Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Ι. Ν. Προφήτη Δανιήλ, στο Μεταξουργείο

Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΟΠΟΥ ΤΙΜΑΤΑΙ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ.

ΕΝΑΣ ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΓΑΛΛΟΣ
ΣΧΕΔΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΔΑΝΙΗΛ


Στα 1842 - 1843 επέστρεψε για μια ακόμα φορά στην Αθήνα από την Γαλλία ένας σπουδαίος λόγιος, αρχιτέκτονας, σχεδιαστής και εκκλησιαστικός ερευνητής: ο Εμμανουήλ Παύλος Ίλλάριος Στανίσλαος Ντιράν. Ό Ευρωπαίος λόγιος έμεινε γνωστός από τις μελέτες που έκανε στον καθεδρικό ναό της Σάρτρ, τη συντήρηση των αγιογραφιών της καθώς και από το σπουδαίο έργο μελέτης πλήθους άλλων σημαντικών εκκλησιών της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Ό Ντιράν λάτρεψε την τέχνη και την Ελλάδα. Προικισμένος με πολλά ταλέντα και καλλιτεχνικές ανησυχίες ήρθε στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα πολλές φορές για να μελετήσει τα μνημεία της και ιδιαίτερα για να καταγράψει και να σχεδιάσει τους βυζαντινούς ναούς της. Χάρη σ' αυτόν οφείλουμε την γνώση μας. Γνώση πολλών σημαντικών πληροφοριών πού αφορούν στην κατάσταση των βυζαντινών μνημείων στην εποχή πού έζησε.


Ανάμεσα στα χαρτιά του, στα σχέδια του και στις μελέτες του ανακαλύψαμε και ένα σχεδίασμα του Προφήτη Δανιήλ πού φέρει διαστάσεις, σύντομη περιγραφή και το όνομα: «Άγιος Δανιήλ». Σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό του σκαρίφημα ή εκκλησία το 1842 - 1843 ήταν μια μονόκλιτη, καμαροσκέπαστη· βασιλική με ημισφαιρική αψίδα ιερού και μια κεντρική είσοδο. Οι διαστάσεις του Προφήτη Δανιήλ τότε ήταν: 4,60x9 μέτρα, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες για τα δεδομένα της εποχής. Στο σκαρίφημα διακρίνεται και ένα είδος προσθήκης μήκους 5,50 μέτρων μπροστά από την είσοδο του ναού πού αυξάνει το συνολικό μήκος του ναού σε 14,50 μέτρα. Αυτή ή διάταξη του Προφήτη Δανιήλ δεν απέχει και πολύ από την σημερινή μορφή της εκκλησίας.

Στα χαρτιά του Ντιράν δεν βρέθηκαν άλλες λεπτομέρειες ή περιγραφές εσωτερικές και εξωτερικές του ναού αλλά είναι πολύ πιθανόν να υπήρχαν περαιτέρω στοιχεία στο τμήμα της μελέτης του πού κάηκε σε πυρκαγιά το 1944, όταν αυτή φυλασσόταν στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Σάρτρ. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ανάμεσα σε μνημεία υψηλής σημασίας για την βυζαντινή και υστεροβυζαντινή τέχνη, αρχιτεκτονική και ιστορία όπως ή Παναγία ή Γοργοεπήκοος, ή Σώτειρα Λυκοδήμου, ή Υπαπαντή, ο Άγιος Γεώργιος ο Μαγκούτης, ή Παναγία ή Δουβέργαινα και ή Παντάνασσα συγκαταλέγει και μελετά ένα ξωκλήσι σαν αυτό του Προφήτη Δανιήλ. Κάτι τέτοιο μπορεί να μαρτυρά από την μια, μια καθαρή επιστημονική διάθεση σύμφωνα με την όποια δεν πρέπει να χάνεται το παραμικρό στοιχείο κατά τη διάρκεια της ακέραιης έρευνας, αλλά από την άλλη αποκαλύπτει και την ουσιαστική σημασία πού μπορεί να έχει ένας παλαιότατος, ήδη στην εποχή του, εξωστικός ναός σαν αυτόν του Προφήτη Δανιήλ. Οι παλαιότεροι περιηγητές πού επισκέφτηκαν την Αθήνα δεν θεώρησαν άξιο λόγου τον Προφήτη Δανιήλ από αρχιτεκτονική με καλλιτεχνική άποψη. Όσες φορές αναφέρεται ή ύπαρξη του και αποτυπώνεται σε χάρτες γίνεται για καθαρά λόγους οροθεσίας. Ωστόσο και άλλοι ναοί και μάλιστα διάσημοι την εποχή λειτουργίας τους αγνοούνται από τους παλαιότερους περιηγητές λόγω της έμμονης απορρόφησης τους από το αρχαίο στοιχείο της Αθήνας.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο πού διασώζει ο Ντιράν στην μελέτη του είναι ή ύπαρξη συστάδας τάφων και κοιμητηρίου στην θέση του προαυλίου χώρου του Προφήτη Δανιήλ.
Δεν δίδονται άλλα στοιχεία για αυτά τα ευρήματα και δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτά τα μνημεία αποτελούσαν σύγχρονο κοιμητηριακό χώρο, τάφους ενοριτών, εφημερίων του ναού, ή ήταν μέρος του αρχαίου νεκροταφείου του Δημοσίου Σήματος το οποίο βρίσκεται σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων στα βορειοδυτικά της εκκλησίας.
Προσωπικά θεωρούμε ότι ο Ντιράν αναφέρθηκε σε κάποιον αρχαίο ταφικό χώρο εφόσον εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά ή Αρχαιολογική Εταιρεία σε ανασκαφές πού διενήργησε στο σημείο έφερε στο φως, πράγματι, ένα πολύ ενδιαφέρον αρχαίο ταφικό σύνολο.

Ό Ντιράν κατά τη διάρκεια της μελέτης του σχεδίασε εσωτερικά και εξωτερικά ναών, αναπαράστησε αγιογραφίες και σχεδίασε με επιμονή, λεπτομέρειες ναών γνωστών και αγνώστων σε εμάς σήμερα.
Δεν είναι πάντα εύκολη ή ταύτιση μεταξύ των σχεδίων του Ντιράν και των εκκλησιών πού διέφυγαν την κατάρρευση ή την κατεδάφιση. Στο δεύτερο μισό του δέκατου ενάτου αιώνα ή «ελληνολατρία» ήταν έντονη και μάλιστα ή τάση «καθαρισμού» της Αθήνας από τα λεγόμενα «νεότερα κτίρια» τα όποια δεν θεωρούνταν καν μνημεία άξια λόγου και ύπαρξης. Αυτή ή εγκληματική τάση οδήγησε στη ριζική εξαφάνιση πολλών δεκάδων (μήπως εκατοντάδων;) βυζαντινών και υστεροβυζαντινών μνημείων όπως εκκλησίες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια, οθωμανικά κτίρια κάθε είδους (σπίτια, ιερατικές σχολές, κρήνες και γέφυρες). Έτσι πολλά από τα σχέδια του Ντιράν αναφέρονται σε εκκλησίες πού) σύντομα μετά την αναχώρηση του από την πόλη έπαψαν να υπάρχουν. Άλλωστε ο Ντιράν στα σχέδια του αποθανάτισε πολλούς ναούς πού τελούσαν ήδη σε έρειπιώδη κατάσταση.
Το κύμα του νεοκλασικισμού και η παραμόρφωση της ιστορικής πραγματικότητας στο σύνολο της ήταν οι αιτίες τις τρομερής αλλοίωσης τις εικόνας πού παρουσίαζε ή Αθήνα στην ύστερη Τουρκοκρατία.
Αυτή η τάση για «απαλλοτρίωση» της Αθήνας από τα μη κλασσικά μνημεία της ήταν καταστροφική. Είναι απορίας άξιον πώς κατάφεραν κάποια ελάχιστα μνημεία να διατηρηθούν μέχρι σήμερα και βεβαίως ένα από αυτά είναι και ο ίδιος ο Προφήτης Δανιήλ.
Ή θέση του ανάμεσα σε μεγάλους οδικούς κόμβους θα έπρεπε να είχε οδηγήσει στην κατεδάφιση του ήδη από την εποχή της νέας ρυμοτομικής διάταξης τις Αθήνας στα τέλη του δέκατου ενάτου αιώνα. Ό Προφήτης Δανιήλ διεσώθη από Θαύμα.
apantaortodoxias

Ι. Ν. Αγίας Ειρήνης Αθηνών - οδού Αιόλου

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης, βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών επί της οδού Αιόλου. Υπήρξε η πρώτη μητρόπολη των Αθηνών. Σε αυτόν τον ναό έγινε η τελετή ενηλικίωσης του Όθωνα, αλλά και οι κηδείες των μεγάλων οπλαρχηγών Κολοκοτρώνη και Κανάρη.


Περιοχή: οδός Αιόλου 36
Έτος: 1847-1892
Περιγραφή:
Ο μεσαιωνικός ναός της Αγίας Ειρήνης, που υπήρχε σε αυτό το σημείο, παρά τις φθορές που είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, παρέμενε ο σημαντικότερος ναός στην Αθήνα, όταν η τελευταία ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της απελευθερωμένης Ελλάδας και σε αυτόν τελούνταν οι επίσημες εκκλησιαστικές τελετές, παρόντος του βασιλιά Όθωνα. Καθώς τα σχέδια ενός νέου μητροπολιτικού ναού καθυστερούσαν, οι επίτροποι της Αγίας Ειρήνης ανέθεσαν στον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου (1811-1885) να σχεδιάσει αρχικά την επέκταση και εν τέλει την ανοικοδόμησή της, με στόχο να ανταποκριθεί στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες. Εκείνος σχεδίασε μια τρίκλιτη βασιλική με τρούλο και δύο κωδονοστάσια, νεοκλασικού ρυθμού, με αναγεννησιακές αλλά και βυζαντινές επιδράσεις, σε μια πρωτότυπη, ωστόσο, σύνθεση. Η ανέγερση ξεκίνησε το 1847, με χρήση υλικών από παλαιές κατεδαφισμένες Αθηναϊκές εκκλησίες (αλλά και από τα ερείπια της Ακρόπολης), και ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 1850, χωρίς την εσωτερική διακόσμηση, που ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 1879-1892. Η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού προχώρησε στην πλήρη αποκατάσταση και στερέωση του ναού, μεταξύ των ετών 1995-1997 (βάσει μελέτης της αρχιτέκτονος Α. Μπουλαμάκη-Θωμοπούλου).

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Γ. Κίζης (επιμ.), Αποκατάσταση μνημείων-Αναβίωση ιστορικών κτιρίων στην Αττική, τόμος 1ος, Αθήνα 2004* Δ. Φιλιππίδης, Η ζωή και το έργο του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1811-1885), Αθήνα 1995, σ. 165-179, 317-320.


Ύστερα από παλινωδίες και μόλις στις 25 Μαρτίου 1838, δεκαεπτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, θα πραγματοποιηθεί ο πρώτος εορτασμός που καθιερώνεται με Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα.
Ένα Διάταγμα που δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως συνηθιζόταν τότε, αλλά στον Τύπο της εποχής. Ο διττός, εθνικός και θρησκευτικός χαρακτήρας του εορτασμού αποτυπώνεται στο επίσημο κείμενο που υπέγραψε ο βασιλιάς: «Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».
Ακολούθησε η έκδοση ακριβέστατου προγράμματος και την παραμονή, 24 Μαρτίου 1838, όταν έδυε ο ήλιος προαναγγελλόταν ο εορτασμός με είκοσι έναν κανονιοβολισμούς.

Την επομένη το πρωί, 25 Μαρτίου 1838, οι είκοσι ένας νέοι κανονιοβολισμοί δίνουν το σύνθημα. Η στρατιωτική μουσική εμφανίζεται στους σκόλιους δρόμους της ανατολίτικης κωμόπολης παίζοντας τον εωθινό. Όλοι ξεκινούν για τη δοξολογία στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, η οποία τότε εκτελούσε χρέη Καθεδρικού Ναού. Κάτοικοι της πόλης και χιλιάδες χωρικών, με κατάλευκες φουστανέλες, ασημένιες φέρμελες και σελάχια με καλογυαλισμένες πιστόλες. Κρατούν μικρές σημαίες και κλωνάρια δάφνης και τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια.