Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου - ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΚΑΜΑΡΙΖΗΣ

Ο ιερός ναός του Αγίου Νεκταρίου δεσπόζει στο κέντρο του οικισμού του Αγίου Κωνσταντίνου, που παλαιότερα ονομαζόταν Καμάριζα και ήταν το κέντρο των μεταλλευτικών έργων του Λαυρίου τόσο στην αρχαιότητα όσο και στους νεότερους χρόνους.
Ιδρύθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Νεκτάριο Βιτάλη, σε ανάμνηση του περάσματος του Αγίου Νεκταρίου από την περιοχή. Άρχισε να κτίζεται το 1966 και από το 1972 λειτουργεί ως Ιερό Προσκύνημα, προσελκύοντας πλήθη πιστών από όλη την Ελλάδα.
Αρχιτεκτονικά είναι σταυροειδής με τρούλο και ακολουθεί τον βυζαντινό ρυθμό. Γύρω του έχουν προσαρτηθεί πολλά προσκτίσματα και παρεκκλήσια. Εορτάζει στις 9 Νοεμβρίου, ημέρα κοίμησης του Αγίου Νεκταρίου, και στις 3 Σεπτεμβρίου, ημέρα ανακομιδής των λειψάνων του.
  • Χρονολόγηση: 1966
  • Πανηγυρίζει: 9 Νοεμβρίου, 3 Σεπτεμβρίου
  • Ιερά Μητρόπολη: Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
  • Διεύθυνση: Άγιος Κωνσταντίνος - Καμάριζα, Τ.Κ. 195 00

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Αγία Φωτεινή στον κάμπο της Αρχαίας Μαντίνειας:
Η πιο παράξενη εκκλησία της Ελλάδας

Κτίσμα βυζαντινό και αρχαιοπρεπές μαζί, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά
Στη λίστα με τις πιο παράξενες εκκλησίες του κόσμου, άνετα μπορείς να τοποθετήσεις και την εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στον κάμπο της Αρχαίας Μαντίνειας.
Είναι τόσο εντυπωσιακή που ακόμα και αν δεν την έχεις ακουστά, περνώντας τυχαία από την περιοχή είναι αδύνατο να μην σταματήσεις να την θαυμάσεις.

Φωτογραφίες: M.Hulot
Στην καρδιά της αρκαδικής γης, περίπου 12 χιλιόμετρα από την Τρίπολη, δεσπόζει με την παρουσία του ένα πέτρινο αρχιτεκτονικό παράδοξο.

Είναι μία εκκλησία που στέκει επιβλητική ανάμεσα σε ερείπια αρχαίων ναών. Κτίσμα βυζαντινό και αρχαιοπρεπές μαζί, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά. Άλλοι την ονομάζουν «ακαθόριστο αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα», άλλοι «έκτρωμα» και άλλοι «θαύμα του αιώνα». 
Τελικά, τι ακριβώς είναι ο ιερός ναός της Αγίας Φωτεινής Μαντινείας
Το σχέδιο της Αγίας Φωτεινής είναι κράμα διαφορετικών ρυθμών, που προέρχονται από την ελληνική λαογραφική παράδοση και την κλασική αρχαιότητα, όπως επίσης από την Αίγυπτο και το Βυζάντιο.
Είναι κτισμένη με απλά, ντόπια, φυσικά υλικά (πέτρα, μάρμαρο, ξύλο, κεραμίδια) χωρίς καθόλου τσιμέντο. 
Χαρακτηρίζεται ως ένα πρωτότυπο τόλμημα που πραγματοποιήθηκε από τον Κώστα Παπαθεοδώρου, αρχιτέκτονα και αγιογράφο, μαθητή του γνωστού αρχιτέκτονα και στοχαστή Δημήτρη Πικιώνη, που διαμόρφωσε τους χώρους γύρω από τον βράχο της Ακρόπολης, τα μονοπατια των λόφων του Φιλοπάππου, του Αρείου Πάγου, των Μουσών και των Νυμφών. 
Όπως αναφέρει το arcadiaportal.gr, ο Κώστας Παπαθεοδώρου σχεδίασε και έκτισε την εκκλησία με μεράκι και πολλή προσωπική εργασία αποκαλώντας την έργο ζωής. Τα θεμέλια του ναού μπήκαν το 1970 και το εξωτερικό του τελείωσε το 1973. 
Έκτοτε η εκκλησία (που ανήκει στον Μαντινειακό Σύνδεσμο) συνεχίζει να εξελίσσεται και να διακοσμείται, όπως επίσης να αποτελεί την απόλυτη προτίμηση των ντόπιων για την τέλεση γάμων.
Το επίτευγμα του αρχιτέκτονα είναι ότι κατόρθωσε να κάνει έναν πολύ ιδιαίτερο συγκερασμό ανόμοιων στοιχείων. 
Ο επισκέπτης αναρωτιέται πώς γίνεται να συνδυάζονται με έναν μοναδικό τρόπο ψηφιδωτά δάπεδα, που απεικονίζουν αρχαίους μύθους και χριστιανικές ιστορίες, εσωτερικές καμάρες, κίονες και αετώματα, το κλασικό οκταγωνικό βυζαντινό σχέδιο μαζί με στοιχεία από τα ντόπια φτωχά καλύβια.
Οι εκπλήξεις βέβαια δε σταματούν στο εσωτερικό του ναού. 
Ο περίβολός του είναι διακοσμημένος με αρχαιοελληνικές κατασκευές, ενώ οι αγιογραφίες του θυμίζουν και αυτές αρχαία Ελλάδα, με τα πρόσωπα των αγίων να παραπέμπουν σε αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους.
«Για μένα αυτό ήταν όνειρο ζωής» λέει ο ίδιος. 
«Όταν είδα την περιοχή με τα αυτοσχέδια καλυβάκια, τις αχυρένιες στέγες, το πράσινο, είπα ότι πρόκειται για το ιδανικό σημείο. Σε έναν χώρο που περιβάλλεται από το Μαίναλο, το Αρτεμίσιο, το όρος όπου ο Ηρακλής καθάρισε την κόπρο του Αυγεία, μια περιοχή με απλότητα, φτωχικότητα και αφέλεια που επεδίωκα μέσα από το έργο μου. Αυτό το ταπεινό και το απλοϊκό είμαστε ή τουλάχιστον ήμασταν εμείς οι Έλληνες. Και, εξάλλου, ο τόπος λατρείας του Θεού δεν χρειάζεται να είναι πολύπλοκος».
Όσοι έζησαν από κοντά την ανέγερση του ναού αναφέρουν ότι ο αρχιτέκτονας «άλλοτε τριγύριζε ανάμεσα στα χώματα της Μαντινείας και άλλοτε περιπλανιόταν μοναχός στα στενά της Τρίπολης. Ξεδιάλεγε από τις μάντρες παλαιά υλικά, τα έπαιρνε μαζί του κι έπειτα τα σμίλευε με τα χέρια για να βρουν τη θέση τους στο οικοδόμημα που έμελλε να σημαδέψει την πορεία του. 
Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος. Για έξι μήνες ζούσε σε ένα αντίσκηνο δίπλα στο κτίσμα του, ώστε να μη χάνει πολύτιμο χρόνο, αφού εργαζόταν εκεί ολόκληρη την ημέρα, παρέα με λίγους ανειδίκευτους εργάτες από τα γύρω χωριά».
Η πρωτοποριακή εκκλησία της Αγίας Φωτεινής που είχε χαρακτηριστεί από τον Γιάννη Τσαρούχη «Φλέβα νερού για τους διψώντες» προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντικρουόμενες κριτικές, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις. 
Μάλιστα πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε και την παρέμβαση της επίσημης εκκλησίας που απαίτησε -και τελικά κατάφερε να επιβάλλει- την αντικατάσταση κάποιων αγιογραφιών.
«Όταν είδα την εκκλησιά ένοιωσα την αγαλλίαση που μου δίνει η αναμενόμενη διαμαρτυρία που πνίγεται» είχε πει ο Τσαρούχης. «Άκουσα πως ο αρχιτέκτονας πρωτομάστορας Κώστας Παπαθεοδώρου χαρακτηρίστηκε ως ‘πιθηκίζων αρχιτέκτονας’. Εκείνο όμως που βρήκα εγώ αγγίζοντας την εκκλησιά ήταν ένας γνήσιος σπαραγμός και μια απελπισμένη εξομολόγηση. Αυτά τα σπάνια πράγματα σε μια εποχή ψεύτικου καθωσπρεπισμού και παράλογου ρασιοναλισμού παίρνουν τη σημασία μιας φλέβας νερού σε περιόδους μεγάλης ξηρασίας».
Ο ίδιος ο κ. Παπαθεοδώρου εξηγεί: 
«Η εκκλησία είναι φτιαγμένη σε επίπεδα που το ένα φαίνεται να πατάει επάνω στο άλλο. Άλλωστε, η κίνηση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύνολο της εκκλησίας. Το άνω τελείωμα του ναού μοιάζει με αέτωμα, αλλά βουλιάζει όπως τα φτωχά καλυβάκια του κάμπου της Μαντινείας. Συγχρόνως ο ναός κάμπτεται ψηλά από το βάρος των πολλών Αγίων.
Ορισμένα τμήματα του ναού, όπως οι κίονες, έχουν σμιλευτεί με τρόπο που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάποτε ήταν φτιαγμένοι από ξύλο και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν από μάρμαρο, όπως ακριβώς συνέβη με τους ναούς κατά την αρχαιότητα. 
Εκτός από βυζαντινά, αρχαιοελληνικά και λαογραφικά στοιχεία διαθέτει επίσης λεπτομέρειες που συναντώνται σε καθολικούς ναούς.
Στο εσωτερικό συναντά κανείς, μεταξύ άλλων, ψηφιδωτά από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, τις τέσσερις εποχές, παραστάσεις από την αρχαία μυθολογία που ταυτίζονται ή συμπορεύονται με χριστιανικούς μύθους. Η Μέδουσα, η Αριάδνη, ο Θησέας, ο Πίνδαρος, αλλά και ο Παπαδιαμάντης δίνουν σιωπηλούς αγώνες για να συναντηθούν με τους αγίους της Χριστιανοσύνης.
Οι μετώπες δεν είναι οι κλασικές τρίγλυφες αλλά τετράγλυφες, για να περιλαμβάνουν όλα τα προηγούμενα συν το σήμερα, οι Άγιοι είναι φτιαγμένοι προσηνείς με ανθρώπινες μορφές, ενώ πριν από μερικά χρόνια στις αγιογραφίες ο Ιησούς, οι Άγιοι, ο Ιούδας παρουσιάζονταν με καθημερινά σύγχρονα πρόσωπα ‘δανεισμένα’ από την περιοχή της Τρίπολης, φορώντας τζιν και ρούχα της εποχής. Οι αγιογραφίες αντικαταστάθηκαν ύστερα από την πολεμική που δέχτηκε ο δημιουργός και ο Σύνδεσμος».
Προκλητικά θεωρήθηκαν και τα οικοδομήματα που κτίστηκαν γύρω από τον ναό: Το αρχαιοπρεπές Ηρώον Μαντινείας (προς τιμήν των πεσόντων για την πατρίδα) και το Φρέαρ του Ιακώβ, μια εντυπωσιακή περίστηλη κρήνη που συμβολίζει τη συνάντηση του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα Αγία Φωτεινή. Τα τρία κτίσματα (ναός, Ηρώον, Φρέαρ) συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο στα σχέδια του ναού: Και η παραμικρή λεπτομέρεια ακολουθεί την φιλοσοφική αντίληψη του αρχιτέκτονα.
Ο Αρκάς σε καταγωγή Κώστας Παπαθεοδώρου πήγε στον Μοριά μετά από πρόσκληση του Μαντινειακού Συνδέσμου για να κάνει ένα κτίσμα που να ανταποκρίνεται στον χώρο και την ιστορικότητά του.
Ο συγκεκριμένος τόπος δεν είναι καθόλου τυχαίος. Σύμφωνα με τους μύθους, η Αρκαδία κρύβει ένα μεγάλο μυστικό: 

Λέγεται πως εκεί γεννήθηκε η ζωή. Οι Ρωμαίοι την ονόμαζαν «Κιβωτό του Θεού», ενώ η ελληνική μυθολογία τη θεωρεί γενέτειρα του Πάνα. 
Οι χάρες της ενέπνευσαν στους πνευματικούς κύκλους της εποχής της Αναγέννησης το κίνημα του Αρκαδισμού.
Η αινιγματική φράση «et in Arcadia ego» (και εγώ στην Αρκαδία) χρησιμοποιήθηκε χωρίς προφανή λόγο σε ζωγραφικούς πίνακες εκείνης της εποχής. 
Κάποιοι λένε ότι η όλη ουσία βρίσκεται στον αναγραμματισμό της: «I tengo Arcana Dei» (κρατώ τα μυστικά του Θεού). Αν είναι αλήθεια, τότε η Μαντινεία μοιάζει να είναι ιδανικός τόπος για να κτιστεί μια τόσο ασυνήθιστη εκκλησία.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Ιερός Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίτσα) Νικαίας

Είχαμε δώσει ραντεβού σε μια ταβέρνα στη Νίκαια στο Περιβολάκι, πίσω από το Ιερό της Εκκλησίας. Φτάσαμε και σταθμεύσαμε.
Η Εκκλησία υψώνονταν μπροστά μας. Είναι Τεράστια. Είναι ο Ιερός Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου στο Περιβολάκι της Νίκαιας.
Είναι η Παναγίτσα στη Νίκαια.
Μα γιατί «Παναγίτσα» ένας τόσο μεγάλος Ναός; 
Γιατί όχι Παναγία ή Παναγιά ή Θεοτόκος ή ένα από τα εκατοντάδες ονόματα της Παναγίας;
Κάποιος είπε, ότι είναι Παναγίτσα επειδή τιμάται η Γέννηση της Παναγίας και είναι κοριτσάκι. Σωστό είναι αυτό, αλλά Παναγίτσα λέει ο λαός και τον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Παλαιό Φάληρο.
Άρα, είναι κάτι πιο πολύ.
Ο ναός που έχει καθιερωθεί να ονομάζεται «Παναγίτσα» χτίστηκε από πρόσφυγες που ήρθαν στα Άσπρα Χώματα της Νίκαιας, προερχόμενοι από τα Μούγλα της Μ. Ασίας, απέναντι από τα Δωδεκάνησα. Παρά τα βάσανα, την ταλαιπωρία και τη φτώχεια τους, οι άνθρωποι αυτοί έχτισαν την εκκλησία θέλοντας να τιμήσουν την Παναγία, στην εικόνα της οποίας έβλεπαν μια μάνα και η τρυφερότητά τους ήταν τέτοια που την έλεγαν Παναγίτσα
Οι λειτουργικές ανάγκες του προσφυγικού οικισμού οδήγησαν το 1932 στην ίδρυση ενός νέου μικρού ναού, του παρεκκλησίου του Αγίου Ιωάννου. Ήταν ένα ταπεινό εκκλησάκι, μια ξύλινη παράγκα, που η ευλάβεια των προσφύγων έστησε στη θέση που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία της Παναγίτσας. Μέσα στο εκκλησάκι αυτό τοποθέτησαν και το ιερό «κειμήλιον» που είχαν φέρει μαζί από την πατρίδα τους, τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας. Σήμερα η εικόνα της Πα­ναγίας βρίσκεται στο ιερό του ναού. Έτσι ο πρώτος αυτός μικρός ναός αφιερώθηκε στην Παναγία, στην οποία εξακολουθεί να τιμάται και ο σημερινός ναός (Παναγίτσα).
Η Γερμανική Κατοχή δεν εμπόδισε τους ευσεβείς κατοίκους να αντικαταστήσουν το μικρό ξύλινο εκκλησάκι με πλινθόκτιστο ναό.
Η πληθυσμιακή αύξηση όμως της ενορίας έκανε αναγκαία την ίδρυση ενός μεγαλύτερου και ευπρεπέστερου ναού. Από τους πρώτους μήνες του 1958 είχε αρχίσει να υλοποιείται η ιδέα της ανέγερσης νέου ναού.
Η αρχή τής άνεγέρσεως το νέου Ναοϋ έγένετο. Και διά τής καλής συνεργασίας το έργον λίαν συντόμως και θά ολοκληρωθεί διά νά είναι τό στόλισμα τής ένορίας και τής πόλεως Νικαίας, αλλά και τό καύχημα καθ’ όλου της Εκκλησίας. Τό εργον θά έξακολουθήση χάρις εις τάς προθύμους συνδρομάς και δωρεάς των ευσεβών χριστιανών καί δη τών ενοριτών. Διότι άνέκαθεν οί Ναοί προς λατρείαν τοϋ αληθινού Θεο ίδρύοντο με τάς δωρεάς τών ευσεβών χριστιανών...   
Ο παλαιός ναός δεν κατεδαφίσθηκε αλλά ο νέος άρχισε να κτίζεται γύρω από αυτόν, ώστε να μην διακοπεί η λειτουργία του και ο εκκλησιασμός των πιστών της ενορίας.
Ενώ οι εργασίες ανεγέρσεως του νέου ναού προχωρούσαν ικανοποιητικά, συνέβη ένα τραγικό γεγονός, που ευτυχώς δεν είχε ανθρώπινα θύματα. Στις 12 Ιανουαρίου του 1961, κατέπεσε η στέγη του παλαιού ναού και καταπλάκωσε όλα τα ιερά σκεύη και τα άλλα αντικείμενα του ναού, εκτός από την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε όρθια και χωρίς να υποστεί καμία φθορά.
Η Παναγία, είναι για το λαό ζωντανή, είναι δίπλα του, είναι η μάνα τους, η αδελφή τους, η κόρη τους. Άμα είναι κίνδυνος, ο καθένας την εικόνα της Παναγίας πρώτα-πρώτα θα σκεφτεί να σώσει, όπως θα σπεύσει για το παιδί του, έτσι θα κάνει και με την Παναγίτσα του, όπως και η Παναγία θα σπεύσει γι' αυτόν.

Πηγή: panagitsa-nikaias.gr

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Ιερός Ναός Ευαγγελιστού Λουκά, Θήβα

Στο νοτιοανατολικό άκρο της Θήβας, στον λόφο με το παλαιό νεκροταφείο της πόλης, βρίσκεται ο Ιερός Ναός που είναι αφιερωμένος στον ιδρυτή της τοπικής εκκλησίας της Βοιωτίας, τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος έζησε εδώ και δίδαξε τον χριστιανισμό. 
Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, αυτός είναι ο τόπος του μαρτυρίου και της ταφής του.

Ο Ναός, όπως και το εκτεταμένο νεκροταφείο γύρω του, υπήρχαν τουλάχιστον από τα τέλη του 11ου αιώνα, όπως δείχνουν σχετικές αναφορές σε κείμενα της εποχής. 
Στην ίδια θέση έχουν αποκαλυφθεί τμήματα της κλασικής οχύρωσης της πόλης καθώς και μία μεγάλη αψίδα που πρέπει να ανήκει σε ακόμη παλαιότερο ναό, των παλαιοχριστιανικών χρόνων. 
Ο Ναός που υπάρχει σήμερα είναι αυτός που ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων και εγκαινιάσθηκε το 1863 από τον Μητροπολίτη Θηβών Δοσίθεο, όπως αναφέρει επιγραφή στην Αγία Τράπεζα. 
Το ανώτερο μέρος του, που ξεχωρίζει από τη διαφορετική τοιχοποιία, έχει κατασκευασθεί πιθανότατα στις αρχές του 20ού αιώνα, έπειτα από καταστροφικούς σεισμούς που έπληξαν την περιοχή.
Αρχιτεκτονικά, ο Ναός είναι σύνθετος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Διακρίνεται η  παλαιότερη τοιχοποιία του, κατασκευασμένη από μεγάλους αρχαίους λίθους και αρχιτεκτονικά μέλη, και η νεότερη από αργολιθοδομή.
Στο εσωτερικό του υπάρχει αγιογράφηση του 20ού αιώνα, ενώ στο δεξιό μέρος του ιερού δεσπόζει η λάρνακα που χρησιμοποιήθηκε σε δεύτερη χρήση από τους Θηβαίους για την ταφή του Ευαγγελιστή Λουκά. 
Η λάρνακα χρονολογείται στον 2ο μ.Χ. αιώνα και ανήκε στη ρωμαϊκή οικογένεια Νηδύμου-Ζωσίμου. Σύμφωνα με την παράδοση το λείψανο απομακρύνθηκε από εδώ και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 357, από τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου Κωνστάντιο, και μετά την άλωση της πόλης από τους Φράγκους, το 1204, μεταφέρθηκε στην Πάδοβα της Ιταλίας. 
 Από το 2000 μέρος του λειψάνου τηρείται πάλι στην αρχική του θέση, δίπλα στη λάρνακα. 

Ο Ναός εορτάζει στις 24 Σεπτεμβρίου και στις 18 Οκτωβρίου.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μετά το θάνατο του Αποστόλου Παύλου κατά την παράδοση και σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, έζησε, δίδαξε, έγραψε και πέθανε στη Θήβα. 
Στην πόλη της Θήβας κτίστηκε ναός προς τιμήν του Ευαγγελιστή Λουκά και το ιερό λείψανο του τοποθετήθηκε από τους χριστιανούς σε ρωμαϊκή λάρνακα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα, πάνω πιθανόν από τον αρχικό του τάφο. 
Το 357 μ.Χ. ο Κωνστάντιος, υιός του Μ. Κωνσταντίνου, μετέφερε το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη. Με το πέρας των χρόνων τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στην Πάδοβα της Ιταλίας. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2000, έπειτα από πολυετείς προσπάθειες της Τοπικής Εκκλησίας επεστράφη τμήμα των ιερών λειψάνων στην από αιώνες κενή λάρνακα. 
Ο Προσκυνηματικός Ναός σήμερα κοσμεί την πόλη της Θήβας και πολλοί προσκυνητές επισκέπτονται τον ιερό αυτό χώρο για να λάβουν την ευλογία του Ιδρυτού της τοπικής Βοιωτικής Εκκλησίας.

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ο Καθεδρικός του Αγίου Βασιλείου στη Μόσχα
Moscow St. Basil's Cathedral. Храм Василия Блаженного

Μια πολεμική κατάκτηση είναι η αιτία που θαυμάζουμε εμείς σήμερα τον επιβλητικό ορθόδοξο ναό του Αγίου Βασιλείου στη Μόσχα.
Όταν ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός νίκησε τους Μογγόλους και κατέκτησε το φρούριο Καζάν έδωσε εντολή να ανεγερθεί ο συγκεκριμένος ναός σε ανάμνηση αυτής της νίκης.
Αρχιτέκτονας ήταν ο Πόστνικ Γιάκοβλεφ και λέγεται μάλιστα ότι μετά το τέλος των οικοδομικών εργασιών ο τσάρος έδωσε εντολή να τον τυφλώσουν για να μην ξαναχτίσει ποτέ και πουθενά αλλού κάτι τόσο μεγαλειώδες.
Ανεγέρθηκε μεταξύ 1555 και 1561 απέναντι από το Κρεμλίνο και σήμερα αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα σύμβολα της Μόσχας και σήμα κατατεθέν της Κόκκινης Πλατείας.
Ο ναός είναι χτισμένος σύμφωνα με την παραδοσιακή ρωσική ναοδομία και αποτελείται από 9 παρεκκλήσια που έχουν χτιστεί γύρω από ένα κεντρικό κτίριο, η οροφή του οποίου φτάνει τα 61 μέτρα. 
Λέγεται ότι καθένα από τα εννέα παρεκκλήσια χτίστηκαν για να τιμήσει ο Τσάρος τον άγιο που γιόρταζε την ημέρα που πετύχαινε κάποια σπουδαία στρατιωτική νίκη.
Οι χαρακτηριστικοί τρούλοι, σε σχήμα κρεμμυδιού, που δεσπόζουν στην κορυφή κάθε παρεκκλησιού, αποτελούν ένα μοναδικό θέαμα, μια πανδαισία χρωμάτων ασύγκριτης ομορφιάς. Όταν χτίστηκαν ήταν χρυσοί και λευκοί, όμως το 1670 βάφτηκαν σε διάφορες αποχρώσεις, για να στολίσουν αυτό το εντυπωσιακό οικοδόμημα που θαυμάζουμε εμείς σήμερα.
Το όνομά του το πήρε από τον Βασίλειο τον Ευλογημένο, ένα Μοσχοβίτη που αφιέρωσε τον εαυτό του στο Χριστό και αγωνιζόταν για τους φτωχούς, αλλά το επίσημο όνομα του ναού είναι Καθεδρικός Ναός της Μεσιτείας της Παρθένου της Τάφρου.
Μέσα στο ναό έχουν διατηρηθεί σπάνια μνημεία ρωσικής εικονογραφίας, όπως τοιχογραφίες του 16ου και 17ου αιώνα και ελαιογραφίες του 18ου και 19ου αιώνα.
Δυο φορές κινδύνεψε σοβαρά να καταστραφεί, μια κατά την εισβολή του Ναπολέοντα, που διέταξε να εκτιναχτεί ο ναός, αλλά ευτυχώς η διαταγή δεν εκτελέστηκε, και μια κατά τον κανονιοβολισμό των μπολσεβίκων. 
Δεν ήταν βέβαια και λίγες οι φορές που ο ναός κινδύνεψε από πυρκαγιές.
Σήμερα, δεν υπάρχει ταινία, σειρά ή ντοκιμαντέρ που να εκτυλίσσεται στη Μόσχα και να μη δείχνει το ναό. 
Όταν μάλιστα συμπληρώθηκαν τα 450 χρόνια από την ανέγερσή του, στο λογότυπο της Google είδαμε να απεικονίζεται ο ναός του Αγίου Βασιλείου.
Ο Άγιος Βασίλειος, που αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ρωσικής αρχιτεκτονικής που σχετίζεται με τη ναοδομία, είναι σήμερα ένα από τα κορυφαία πέντε αξιοθέατα της Μόσχας, έχει επιλεχθεί ως ένα από τα επτά θαύματα της Ρωσίας και έχει χαρακτηριστεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO από το 1990.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Ἱερό Παρεκκλήσιο Αγίας Μακρίνας, Τρίπολη

Αγία Μακρίνα, αδελφή του Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας,
Καππαδοκίας Ουρανοφάντορος του Μεγάλου.


19 Ιουλίου εορτή της Οσίας Μακρίνης στο ομώνυμο παρεκκλήσιο της κάτωθεν του Μητροπολιτικού Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου Τριπόλεως.
Την  Παρασκευή 18η Ιουλίου 2014 τελέσθηκαν τα Θυρανοίξια του ως άνω Παρεκκλησίου.
Το Παρεκκλήσιον της Αγίας Μακρίνας, αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου, μια προσφορά στον διαβάτη ή εκείνον που δυσκολεύεται να ανέλθει τις επιβλητικές κλίμακες του μνημείου, το οποίο το υπουργείο Πολιτισμού κήρυξε «ιστορικό, διατηρητέο μνημείο.

Βίος της Αγίας

Η αγία Μακρίνα, έζησε τόν τέταρτο (Δ΄) αιώνα σέ μία από τίς ωραιότερες πόλεις τής Μικράς Ασίας, τήν Καισάρεια τής Καππαδοκίας. Γεννήθηκε τό 327 μ.Χ.. Ανήκε σέ πολύτεκνη οικογένεια καί ήταν τό πρώτο καί μεγαλύτερο παιδί. Η μητέρα της, η αγία Εμμέλεια, είχε σύζυγο τόν Βασίλειο, καί από τό γάμο τους απέκτησαν δέκα παιδιά, τέσσερα αγόρια - έξι κορίτσια. Η οικογένεια αυτή ήταν υπόδειγμα οικογενείας.
Η αγία Μακρίνα, ως μεγαλύτερη, αναδείχθηκε δεύτερη μάνα τού σπιτιού. Φρόντιζε μέ στοργή γιά τα αδέρφια της καί συνέβαλε στήν διαπαιδαγώγησή τους. Τρείς έγιναν επίσκοποι· ο ένας είναι ο Μέγας Βασίλειος, ο δεύτερος είναι ο Γρηγόριος Νύσσης, ο τρίτος είναι ο Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας· τό τέταρτο αγόρι, ο Ναυκράτιος, έγινε μοναχός. Είχε δέ καί πέντε αδελφές. Ο πρώτος από τά αγόρια, ο Μέγας Βασίλειος, είναι καύχημα τής Εκκλησίας· σοφός ιεράρχης, πού σπούδασε τήν ελληνική φιλοσοφία στήν Αθήνα.
Η Μακρίνα λοιπόν ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας και ανατράφηκε από τους γονείς της με πολλή επιμέλεια· «και της ψαλμωδουμένης γραφής ουδ’ ο,τιούν ηγνόει», εκτός δηλαδή από τα άλλα, ήξερε και όλο το Ψαλτήριο.
Ο πατέρας της σε μικρή ακόμα ηλικία την αρραβώνιασε με κάποιον καλό νέο, αλλά ο νέος αυτός πέθανε πριν να έλθει ο καιρός για το γάμο. Αυτό ήταν αρκετό· η Μακρίνα, σαν και να είχε γίνει ο γάμος, έμεινε πιστή στη γνώμη του πατέρα της κι αφοσιώθηκε να βοηθήσει τη μητέρα της στην ανατροφή των αδελφών της. Όλα τα αδέλφια στο σπίτι τη σέβονταν σαν δεύτερη μητέρα τους, και είν’ αυτή που κατόρθωσε να πείσει τον Μέγα Βασίλειο να αφήσει τη δικηγορική και να γίνει μοναχός. Όταν μάλιστα πέθανε ο πατέρας της, η Μα­κρίνα ανέλαβε να αναθρέψει και διδάξει τον ένατο αδελφό της Πέτρο, τον έπειτα επίσκοπο Σεβαστείας· «επί πάσαν την υψηλοτέραν ήγαγε παίδευσιν».
Αλλά η οσία Μακρίνα δεν υπήρξε μόνο για την οικογένειά της «του βίου διδάσκαλος» και «μετά την μητέρα μήτηρ», αλλά και μεγάλη οσία και μοναχή. Όταν μεγάλωσαν οι αδελφοί της και πήραν ο καθένας το δρόμο του, η Μακρίνα αποτραβήχθηκε στα οικογε­νειακά τους κτήματα στον Πόντο κι εκεί ίδρυσε μεγάλο και υποδειγματικό γυναικείο κοινόβιο μοναστήρι.
Η οσία Μακρίνα πέθανε ένα χρόνο μετά το θάνα­το του αδελφού της Μεγάλου Βασιλείου, δηλαδή το 380. Ο άγιος Γρηγόριος ο επίσκοπος Νύσσης, αδελφός της, που βρέθηκε παρών στο θάνατό της και της έκλεισε τα μάτια, μας περιγράφει συγκινητι­κά τις τελευταίες στιγμές της. Μας απομνημονεύει και την προσευχή της οσίας πριν παραδώσει το πνεύμα, μια προσευχή γεμάτη πίστη και ελπίδα, που αρχίζει με αυτά τα λόγια·

«Συ έλυσας ημίν, Κύριε, του θανάτου τον φό­βον·
συ ζωής αληθινής αρχήν ημίν εποίησας το τέλος της ενταύθα ζωής».

Αμήν.


Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Μητροπολιτικός Ἱ. Ναός Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως

2006-2-27 17
Ὁ Μητροπολιτικός Ἱερός Ναός Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως εἶναι ἕνα ἰδιόμορφο Ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό μνημεῖο, μέ ἰδιαίτερη ἱστορική καί καλλιτεχνική ἀξία. Ἡ ἰδιομορφία του ἔγκειται στό ὅτι στό ἰσόγειο τοῦ Ναοῦ ὑπάρχουν 14 εἰδικοί χώροι, οἱ ὁποῖοι σήμερα λειτουργοῦν ὡς καταστήματα, γραφεῖα, ἀποθηκευτικοί χώροι κ.ἄ. Πάνω ἀπό τό ἰσόγειο καί τούς χώρους αὐτούς εἶναι κτισμένος ὁ Κυρίως Ναός, ἐνῶ γύρω ἀπ' αὐτόν ὑπάρχει τό Πραύλιο, στό ὁποῖο ὁδηγοῦν δύο μεγαλόπρεπες μαρμάρινες σκάλες. Οἱ κάτω ἀπό τόν Ναό χῶροι (καταστήματα κ.ἄ.) καταλαμβάνουν μόνο τό μέρος πού βρίσκεται κάτω ἀπό τό προαύλιο, ἐνῶ στό κέντρο τοῦ ἰσογείου καί κάτω ἀκριβῶς ἀπό τόν κυρίως Ναό, δέν ὑπάρχει πρόσβαση. Ὁ Ναός εἶναι κτισμένος ἐξωτερικά ἐξ ὁλοκλήρου μέ μάρμαρο καί δημιουργεῖ στούς ἐπισκέπτες χαρακτηριστική ἐντύπωση, ὥστε δίκαια θεωρεῖται τό σύμβολο τῆς Τρίπολης, τῆς πόλεως ἡ ὁποία συνδέεται στενά μέ τήν μεγάλη Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί τήν ἀπαρχή τῆς ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ.
Ἡ ἱστορία του ἀρχίζει σχεδόν ταυτόχρονα μέ τήν ἱστορία τῆς πόλεως. Ἀνέκαθεν ὁ Ναός ἦταν γνωστός περίπου μέ τή σημερινή του μορφή, δηλ. ὡς ἑνιαῖο κτιριακό συγκρότημα Ναοῦ καί «ἐργαστηρίων», ὅπως ὀνομάζονταν οἱ κάτω ἀπό τόν Ναό χῶροι τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης.
Οἱ πρῶτες ἀσφαλεῖς ἱστορικές μαρτυρίες μᾶς πληροφοροῦν ὅτι στούς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας στόν χῶρο ἀκριβῶς τοῦ σημερινοῦ Ναοῦ, ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί). Ὡστόσο, στήν 97106866ἐποχή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, οἱ πρεσβύτεροι κάτοικοι τῆς πόλεως ἐβεβαίωναν ὅτι στόν ἴδιο χῶρο ὑπῆρχε «ἀνέκαθεν» Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Δέν εἳναι ἀκριβῶς γνωστό οὔτε τό μέγεθος, οὔτε ἡ μορφή τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ Ναοῦ. Δεδομένου, ὅμως, ὅτι τό τέμενος εἶχε κατεύθυνση πρός τήν ἀνατολή, ὅπως συμβαίνει στούς Ὀρθοδόξους χριστιανικούς Ναούς καί ὄχι στά ἰσλαμικά τεμένη, μποροῦμε νά ὑποθέσουμε, χωρίς νά εἶναι ἀπόλυτα βέβαιο, ὅτι τό παραπάνω τζαμί ἦταν ὁ ἀρχικός Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τόν ὁποῖο οἱ Τοῦρκοι μετέτρεψαν κάποτε σέ δικό τους τέμενος, ὅπως συνήθιζαν. Αὐτό ἔγινε πιθανῶς τό 1715, ὅταν οἱ Τούρκοι κατέλαβαν καί πάλι τήν Πελοπόννησο ἀπό τούς Ἐνετούς.
Ὁ χρόνος ἵδρυσης τοῦ πρώτου Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου εἶναι ἄγνωστος. Δεδομένου, ὅμως, ὅτι ἡ προφορική παράδοση κατά τήν ἐποχή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως δεχόταν ὅτι ὁ παλαιός Ναός ὑπῆρχε ἐκεῖ «ἀνέκαθεν», καί ὅτι ἡ μετατροπή του σέ τζαμί τοποθετεῖται γύρω στό 1715, εἶναι φανερο ὅτι ἡ ἵδρυση τοῦ πρώτου Ναοῦ πρέπει νά τοποθετηθεῖ σέ πολύ παλαιότερη ἐποχή καί ὁπωσδήποτε στήν πρό τοῦ 1715 περίοδο.
Ὁ ἀρχικός αὐτός Ναός (μετέπειτα τζαμί) ἦταν μαρμαρόκτιστος καί ἔμοιαζε κατά πολύ μέ τόν σημερινό. Κάτω ἀπ' αὐτόν καί στίς τέσσερις πλευρές του, ὑπῆρχαν «ἐργαστήρια» (καταστήματα) καί πάνω ἀπ' αὐτά «Νάρθηκας» (Προαύλιο) μέ ὀροφή, ἡ ὁποία στηριζόταν σέ μαρμάρινες στῆλες. Στό ἐμπρός μέρος ὑπῆρχαν πλατάνια. Ὑπῆρχε, ἐπίσης, ἐκεῖ συντριβάνι καί βρύση. Αὐτή τή μορφή εἶχε τό κτίσμα, ὅταν οἱ Ἕλληνες κατάλαβαν τήν πόλη ἀπό τούς Τούρκους στίς 23 Σεπτεμβρίου τοῦ 1821.
Ἀμέσως μετά τό γεγονός αὐτό, τό ἰσλαμικό τέμενος ἐγκαινιάστηκε σέ Ὀρθόδοξο Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, μέ βάση τήν παράδοση πού ἐπικρατοῦσε, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἔλους Ἄνθιμο. Σ' αὐτόν τόν Ναό προσκύνησε ὁ ἀπελευθερωτής τοῦ Ἔθνους Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί οἱ πρωτεργάτες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
Ὅμως, τόν Μάιο τοῦ 1825 ὁ Ἰμπραήμ μέ πολυάριθμα στρατεύματα κατέλαβε ὅλες σχεδόν τίς ἀπελευθερωμένες περιοχές τῆς Πελοποννήσου, μεταξύ αὐτῶν καί τήν Τρίπολη, τήν ὁποία κατεῖχε μέχρι τό 1828. Ὅταν τό ἔτος αὐτό ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλείψει τήν πόλη, τήν κατέστρεψε σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου. Ἔτσι, κατεδαφίστηκε ὁλοσχερῶς καί ὁ τότε Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου μέ τά κάτω ἀπ' αὐτόν κτίσματα (1828).
Μετά τήν ἐπανάκτηση τῆς πόλεως (1828) καί μέχρι τό 1855, ἐγκαταστάθηκαν στό χῶρο τῶν ἐρειπίων τοῦ Ναοῦ 65 πρόχειρα ἐργαστήρια καί μικροκατασκευές (παραπήγματα). Ἀνάμεσά τους διασωζόταν σέ λασπώδη χῶρο ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ καί ἔκαιγε κανδήλι, ὅμως τά διαδραματιζόμενα στόν χῶρο δέν ἅρμοζαν καθόλου στήν ἱερότητά του.
Ἕνα τυχαῖο γεγονός ἔγινε ἀφορμή νά ξανακτισθεῖ τό σημαντικό αὐτό μνημεῖο τῆς πόλεως καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. Ξαφνικά, τήν νύκτα τῆς 5ης Ἰουλίου τοῦ 1855 μιά μεγάλη πυρκαϊά κατέστρεψε ὅλα τά παραπήγματα, πού ὑπῆρχαν στό χῶρο τοῦ Ναοῦ, καί ἀπείλησε ὁλόκληρη τήν ἀγορά τῆς πόλεως. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ὁ Δῆμος Τριπόλεως ἐνήργησε ἀμέσως ὥστε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ κοινή ἐπιθυμία τῶν κατοίκων γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν τῆς προσπάθειας ἦταν καί ὁ τότε δημοτικός σύμβουλος Θεόδωρος Ρηγόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει κατά τό παρελθόν γιά πολλά χρόνια γραμματέας τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη καί ὁ ὁποῖος διασώζει πληροφορίες γιά τήν ἱστορία τοῦ Ναοῦ.
Ἀρχικά, ὑπῆρξε προβληματισμός σχετικά μέ τήν μορφή μέ τήν ὁποία ἔπρεπε νά ἀνοικοδομηθεῖ ὁ Ναός, ἄν δηλαδή ἔπρεπε νά κατασκευασθεῖ μόνο ὁ Ναός ἤ μαζί μέ τά «ἐργαστήρια», ὅπως ἦταν στό παρελθόν. Τελικά, ἀποφασίστηκε νά ἀνοικοδομηθεῖ στήν ἀρχική του μορφή, δηλαδή μαζί μέ τά «ἐργαστήρια». Ὑπῆρχαν, ὅμως, καί οἱ ἀντιρρήσεις ὅτι δέν ἐπιτρέπεται κάτω ἀπό ἕναν Ὀρθόδοξο Ναό νά ὑπάρχουν «ἐργαστήρια» ἤ καταστήματα. Γιά τό θέμα αὐτό ὁ Δῆμος ἐρώτησε τήν Ἱερά Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀπάντησε ὅτι αὐτό ἐπιτρέπεται κάτω καί γύρω ἀπό τόν Ναό, ἀρκεῖ τό κέντρο του νά εἶναι ἐπάνω στό ἔδαφος.
Ἀμέσως ἔγινε ἕνα πρόχειρο σχέδιο τοῦ Ναοῦ καί τῶν ἐργαστηρίων κατά τό παλαιό σχῆμα ἀπό τόν Θεόδωρο Ρηγόπουλο, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε στή μνήμη του τή μορφή τοῦ οἰκοδομήματος. Τά ἀκριβή σχέδια ἔγιναν ἀπό ἄγνωστο ἀρχιτέκτονα. Τά σχέδια πού ἐγκρίθηκαν τελικά περιελάμβαναν 14 ἐργαστήρια, ἀντί 12 ὅπως εἶχε προταθεῖ ἀρχικά, γιά περισσότερη σταθερότητα τοῦ οἰκοδομήματος. Ἀμέσως μετά τήν ἔγκριση τῶν σχεδίων ἔγιναν οἱ πρῶτοι ἔρανοι καί συγκεντρώθηκαν τά πρῶτα χρηματικά ποσά.
Τήν 6η Νοεμβρίου τοῦ 1855 σέ ἐπίσημη τελετή, πού ἔγινε προεξάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεοφάνους τοῦ Σιατιστέως (1852 - 1868), ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ Ναοῦ, ἐπί Δημάρχου Τριπόλεως Δημητρίου Γαλανιάδου. Στή συνέχεια κατασκευάστηκαν πρῶτα τά ἐργαστήρια, μέ σκοπό νά ἐνοικιαστοῦν ἀπό τόν Δῆμο καί μέ τά χρήματα τῶν ἐνοικίων νά ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἀνέγερση. Ὁ Ναός κτίστηκε μέ πελεκητούς λίθους ἀπό τήν γύρω περιοχή καί μέ ἄριστης ποιότητας μάρμαρο ἀπό τήν περιοχή τῶν Δολιανῶν Ἀρκαδίας.
Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς κατασκευῆς καθυστέρησε κατά πολύ. Διήρκεσε περίπου 30 ἔτη καί αὐτό ἦταν φυσικό, ἀφοῦ τό ἔργο ἦταν ὑπερβολικά μεγάλο καί ὑπερβολικά δαπανηρό γιά τά δεδομένα τῆς πόλεως. Ἡ κεντρική Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε, φυσικά, στόν ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί μεγάλο Πατέρα καί Διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔγιναν, ὅμως, καί δύο Παρεκκλήσια ἐντός τοῦ Ναοῦ (ὁ Ναός εἶναι «τρισυπόστατος»): ἕνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, πού ἑορτάζει τήν 25η Μαρτίου, ἡμέρα πού ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, καί ἕνα τῆς Συλλήψεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πού ἑορτάζει τήν 23η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα πού ἀπελευθερώθηκε ἡ πόλη ἀπό τούς Τούρκους («ἅλωση τῆς Τριπολιστᾶς»). Μέ τά Παρεκκλήσια αὐτά ὁ Ναός συνδέει τό ὄνομά του μέ τή νεότερη ἱστορία τῆς πόλεως, ἀλλά καί μέ τή γενικότερη ἱστορία τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ κράτους. Στίς 3 Ἰουνίου τοῦ 1884 ἔγιναν τά ἐπίσημα ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ ἀπό τόν Μητροπολίτη Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεόκλητο Α' Βίμπο (1869 1903).
Περί τό ἔτος 1887 ὁλοκληρώθηκαν τά ἔργα στόν Τροῦλλο τοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιστρώθηκε ἐξωτερικά ἐξ ὁλοκλήρου μέ χαλκό. Στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνα κατασκευάσθηκαν τά δύο συμμετρικά Κωδωνοστάσια, τά ὁποῖα ἀρχικά δέν ὑπῆρχαν. Τό ἔτος 1911 φιλοτεχνήθηκαν τό μαρμάρινο Τέμπλο, ὁ Ἀρχιερατικός Θρόνος καί ὁ Ἄμβωνας, μέ δαπάνες τοῦ Ἀποστόλου Πετροπούλου ἤ Λεμῆ, μεγάλου εὐεργέτη τοῦ Ναοῦ. Τά παραπάνω ἐσχεδίασε ὁ μεγάλος Γερμανός ἀρχιτέκτονας Ἐρνέστος Τσίλλερ. Στή συνέχεια ἄλλοι μεγάλοι εὐεργέτες, οἱ ἀδελφοί Γεώργιος καί Δημήτριος Σπετσερόπουλοι, πού κατήγοντο ἀπό τήν Τρίπολη καί διέμεναν στό Κάιρο τῆς Αἰγύπτου, χρηματοδότησαν τήν ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ, ἡ ὁποία ἔγινε κατά τά ἔτη 1924 - 1927 ἀπό τόν ἁγιογράφο Λώκη.
Τό ἔτος 1925 ἐγκαταστάθηκε στό ἕνα Κωδωνοστάσιο τό Ὡρολόγιο, πού σώζεται μέχρι σήμερα, ἐλβετικῆς κατασκευῆς ἀπό τήν καλύτερη ἑταιρεία τῆς ἐποχῆς, ἐνῶ τό ἔτος 1927 τοποθετήθηκε ἡ καμπάνα τοῦ Ὠρολογίου, ἐλβετικῆς καί αὐτή προελεύσεως. Καί τά δύο ἦσαν δωρεές τῶν ἀδελφῶν Σπετσεροπούλων. Τό Ὡρολόγιο ἐθεωρεῖτο ἀπόλυτης ἀκρίβειας καί γιά πρώτη φορά εἶχε εἰσαχθεῖ παρόμοιο στήν Ἑλλάδα. Τό ἔτος 1930 ἐδωρήθησαν στό Ναό 5 πολυέλαιοι, ἀγορασμένοι ἀπό τούς ἀδελφούς Σπετσερόπουλους στό Παρίσι.
Κατά καιρούς ἔγιναν διάφορα ἔργα καί ἐγκαταστάσεις (δάπεδα, θέρμανση κ.τ.λ.), ὥστε νά λάβει ὁ Ναός ἐσωτερικά τήν σημερινή του μορφή. Τό 1991 ἔγινε ἐξωτερική ἀνακαίνιση τῆς στέγης καί στεγανοποίηση τῆς ὀροφῆς τοῦ Ναοῦ μέ χρήση μολύβδου, γιά τήν ἀντιμετώπιση προβλημάτων ὑγρασίας πού προέκυψαν στόν Ναό. Ταυτόχρονα ἔγινε καί ἐξωτερικός καθαρισμός τοῦ Ναοῦ.
trpast16
Τό ἔτος 1960 μετεφέρθη στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου γιά περισσότερη τιμή καί ἀσφάλεια, ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Δημητρίου, πολιούχου Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στήν Τρίπολη τό 1803. Μέχρι τότε ἡ Κάρα τοῦ Ἁγίου φυλασσόταν στό Παρεκκλήσιο τοῦ Νεομάρτυρος, τό ὁποῖο βρίσκεται στό τόπο ἀκριβῶς τοῦ Μαρτυρίου του, καί ὑπάγεται στόν Μητροπολιτικό Ναό. Ἡ Κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Δημητρίου εἶναι τό σπουδαιότερο ἱερό κειμήλιο τοῦ Ναοῦ καί ἀποτελεῖ πηγή χάριτος καί ἁγιασμοῦ γιά κάθε προσκυνητή. Τό ἔτος 1995 κατασκευάστηκε νέα ἀργυρή λειψανοθήκη τῆς Κάρας τοῦ Ἁγίου καί μαρμάρινο Προσκυνητάριο, μέ δαπάνες τῆς μακαριστῆς Ἀναστασίας Κ. Κλουκίνα.
Τά ἔτη 1963 ἤ 1964 ἐδωρήθη στό Ναό ἀπό ἰδιώτη, ἡ παλαιά ἱερά εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα ἀπό τά κειμήλια τοῦ Ναοῦ. Τό 1999 κατασκευάστηκε μαρμάρινο Προσκυνητάριο τῆς Εἰκόνος, πανομοιότυπο μέ τό Προσκυνητάριο τῆς Κάρας τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Δημητρίου, μέ δαπάνες τῶν εὐλαβῶν Κων/νου καί Ἐλευθερίας Καλομητσίνη
Σταθμό στήν νεότερη ἱστορία τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἀποτελεῖ ἡ μεγάλη πυρκαϊά τῆς 7ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1995, ἡ ὁποία κατέστρεψε ὁλοσχερῶς τήν εἴσοδο καί προκάλεσε μεγάλες φθορές στό ἐσωτερικό του. Ὁ Ναός προσπαθεῖ νά ἐπουλώσει τίς πληγές του ἀπό τήν μεγάλη αὐτή καταστροφή καί γίνονται σημαντικές προσπάθειες πρός αὐτή τήν κατεύθυνση.
Ἀπό τό ἔτος 2011, πού ἀνέλαβε καθήκοντα Προέδρου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Μητροπολιτκοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως, ὁ Αἰδεσιμώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σουρλίγγας, ἐτέθη ὡς κύριο μέλημα ἡ συντήρησις καί ἀνακαίνισις τοῦ ὡς ἄνω Ἱεροῦ Ναοῦ.  Ἀρωγοί σ’ αὐτήν τήν προσπάθεια τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἦρθαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ. ΑΛΕΞΑΝΔΟΣ καί διάφοροι ἄλλοι δωρητές, τούς ὁποίους καί θερμῶς εὐχαριστοῦμε.  Μέ τήν συμβολή αὐτῶν ἀπεκατεστάθησαν οἱ ζημιές πού εἶχε προκαλέσει στό Ναό ἡ πυρκαϊά τοῦ 1995, καί ὁ πανδαμάτωρ χρόνος. Ἐργασίες συντηρήσεως -ἀποκαταστάσεως τῶν ἁγιογραφιῶν καί τοῦ διακόσμου τοῦ Ναοῦ, σέ συνδυασμό μέ τόν κατάλληλο ἐλαιοχρωματισμό τῶν μεγάλων ἐπιφανειῶν αὐτοῦ ἀπό ἔμπειρους τεχνίτες, ἐφανέρωσαν τήν πρώτη του αἴγλη καί μεγαλοπρέπεια.  Ἡ ἔνδυσις τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί τῆς Προθέσεως μέ καινουργῆ καλύμματα, ἡ ἀντικατάστασις τῶν παλαιῶν πολυελαίων μέ καινούργιους, ἡ τοποθέτησις καινούργιων καθισμάτων, τό στρώσιμο τοῦ Ναοῦ μέ καινούργιες μοκέτες καί ἄλλες βελτιώσεις πού πραγματοποιήθησαν ἄλλαξαν τήν ὄψη τοῦ Ναοῦ.  Ἀδύνατον νά μήν σταθοῦμε  καί νά μήν ἐπαινέσουμε τήν κ. Παρασκευήν Παπαδάκου, ἡ ὁποία συνέβαλε τά μέγιστα ὡς μέλος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ  Συμβουλίου τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως στό ἔργο συντηρήσεως καί ἀνακαινίσεως αὐτοῦ, καταβάλλοντας ὄχι μόνο κόπον ἀλλά καί μεγάλην οἰκονομικήν στήριξιν.
Τό ἔτος 2005, μέ πρωτοβουλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. Ἀλεξάνδρου, ἑορτάστηκε ἐπισήμως ἡ ἐπέτειος τῶν 150 χρόνων ἀπό τήν θεμελίωση τοῦ Ναοῦ (1885 - 2005) μέ Ἀρχιερατικό Συλλείτουργο καί ἄλλες πνευματικές ἐκδηλώσεις. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή τοποθετήθηκαν δύο προτομές στόν ἐξώστη τοῦ Ναοῦ, μιά τοῦ ἀπελευθερωτῆ τοῦ γένους Θεοδώρου Κολοκοτρώνη καί μία τοῦ ἡρωϊκοῦ Μητροπολίτου Τριπολιτσᾶς Δανιήλ (1819 - 1833). Τό ἔτος 2012 τοποθετήθηκαν στόν ἐξώστη τοῦ Ναοῦ ἑπτά ἐπιπλέον προτομές Ἀρχιερέων, ἀρχιερατευσάντων στήν Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί καί Κυνουρίας, μέ προσωπικές δαπάνες τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. Ἀλεξάνδρου
Σήμερα ὁ Μητροπολιτικός Ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δέν ἀποτελεῖ μόνο ἱστορικό καί καλλιτεχνικό μνημεῖο, ἀλλά ἔχει νά ἐπιδείξει μιά ζωντανή παρουσία πνευματικῆς δράσεως καί προσφορᾶς. Ὅλη σχεδόν ἡ ζωή τῆς πόλεως καί τῆς γύρω περιοχῆς (γεγονότα ἱστορικά, καλλιτεχνικά, ἐπέτειοι, ἐκδηλώσεις, ἐπίσημες τελετές, ἐπισκέψεις προσωπικοτήτων κ.τ.λ.), στρέφεται γύρω ἀπό αὐτόν.
Ἡ κατ' ἐξοχήν, βέβαια, προσφορά του εἶναι ἡ πνευματική - ἐκκλησιαστική. Εἶναι ὁ Μητροπολιτικός Ναός τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας καί τό κέντρο τῆς ὁμώνυμης ἐνορίας τῆς Τριπόλεως. Σ' αὐτόν τελοῦνται ἡ Θεία Λειτουργία καί οἱ ἱερές Ἀκολουθίες, σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μποροῦν οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας μας νά λειτουργοῦνται, νά προσεύχονται καί νά ἐπικοινωνοῦν μέ τόν Θεό. Γίνονται κηρύγματα σέ διάφορες Ἀκολουθίες καί ἑσπερινό κήρυγμα κάθε Κυριακή ἀπόγευμα. Λειτουργοῦν Κατηχητικά Σχολεῖα κάθε Σάββατο πρωΐ, γιά τήν πνευματική κατάρτιση τῶν νέων, διοργανώνονται ποικίλες ἐκδηλώσεις πνευματικῆς προσφορᾶς καί ὑπάρχουν Ἱερεῖς πού διακονοῦν τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, μέ ἀποτέλεσμα πλῆθος ἀνθρώπων ἀπό τήν πόλη καί τά γύρω χωριά νά βρίσκουν ἀνακούφιση καί νά καθοδηγοῦνται στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή. Λαμβάνεται μέριμνα γιά ἐνδεεῖς καί ἀπόρους καί προσφέρεται κάθε εἴδους βοήθεια σέ ἀνθρώπους πού ἀντιμετωπίζουν προβλήματα. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα παρόμοια ἀποτελοῦν τήν προσφορά τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου στή σύγχρονη τοπική κοινωνία.

Μητροπολιτικός Ἱ. Ναός Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως