Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

Ἱερός Ναός Προφήτη Δανιήλ, στο Μεταξουργείο

Ο μοναδικός Ναός στην Ελλάδα, 
όπου τιμάται ο Προφήτης Δανιήλ.

Στα 1842 - 1843 επέστρεψε για μια ακόμα φορά στην Αθήνα από την Γαλλία ένας σπουδαίος λόγιος, αρχιτέκτονας, σχεδιαστής και εκκλησιαστικός ερευνητής: ο Εμμανουήλ Παύλος Ίλλάριος Στανίσλαος Ντιράν. 
Ό Ευρωπαίος λόγιος έμεινε γνωστός από τις μελέτες που έκανε στον καθεδρικό ναό της Σάρτρ, τη συντήρηση των αγιογραφιών της καθώς και από το σπουδαίο έργο μελέτης πλήθους άλλων σημαντικών εκκλησιών της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Ό Ντιράν λάτρεψε την τέχνη και την Ελλάδα. 
Προικισμένος με πολλά ταλέντα και καλλιτεχνικές ανησυχίες ήρθε στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα πολλές φορές για να μελετήσει τα μνημεία της και ιδιαίτερα για να καταγράψει και να σχεδιάσει τους βυζαντινούς ναούς της. Χάρη σ' αυτόν οφείλουμε την γνώση μας. 
Γνώση πολλών σημαντικών πληροφοριών πού αφορούν στην κατάσταση των βυζαντινών μνημείων στην εποχή πού έζησε.

Ανάμεσα στα χαρτιά του, στα σχέδια του και στις μελέτες του ανακαλύψαμε και ένα σχεδίασμα του Προφήτη Δανιήλ πού φέρει διαστάσεις, σύντομη περιγραφή και το όνομα: «Άγιος Δανιήλ». Σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό του σκαρίφημα ή εκκλησία το 1842 - 1843 ήταν μια μονόκλιτη, καμαροσκέπαστη· βασιλική με ημισφαιρική αψίδα ιερού και μια κεντρική είσοδο. 

Οι διαστάσεις του Προφήτη Δανιήλ τότε ήταν: 4,60x9 μέτρα, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες για τα δεδομένα της εποχής. Στο σκαρίφημα διακρίνεται και ένα είδος προσθήκης μήκους 5,50 μέτρων μπροστά από την είσοδο του ναού πού αυξάνει το συνολικό μήκος του ναού σε 14,50 μέτρα. Αυτή ή διάταξη του Προφήτη Δανιήλ δεν απέχει και πολύ από την σημερινή μορφή της εκκλησίας.

Στα χαρτιά του Ντιράν δεν βρέθηκαν άλλες λεπτομέρειες ή περιγραφές εσωτερικές και εξωτερικές του ναού αλλά είναι πολύ πιθανόν να υπήρχαν περαιτέρω στοιχεία στο τμήμα της μελέτης του πού κάηκε σε πυρκαγιά το 1944, όταν αυτή φυλασσόταν στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Σάρτρ. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ανάμεσα σε μνημεία υψηλής σημασίας για την βυζαντινή και υστεροβυζαντινή τέχνη, αρχιτεκτονική και ιστορία όπως ή Παναγία ή Γοργοεπήκοος, ή Σώτειρα Λυκοδήμου, ή Υπαπαντή, ο Άγιος Γεώργιος ο Μαγκούτης, ή Παναγία ή Δουβέργαινα και ή Παντάνασσα συγκαταλέγει και μελετά ένα ξωκλήσι σαν αυτό του Προφήτη Δανιήλ. Κάτι τέτοιο μπορεί να μαρτυρά από την μια, μια καθαρή επιστημονική διάθεση σύμφωνα με την όποια δεν πρέπει να χάνεται το παραμικρό στοιχείο κατά τη διάρκεια της ακέραιης έρευνας, αλλά από την άλλη αποκαλύπτει και την ουσιαστική σημασία πού μπορεί να έχει ένας παλαιότατος, ήδη στην εποχή του, εξωστικός ναός σαν αυτόν του Προφήτη Δανιήλ. 

Οι παλαιότεροι περιηγητές πού επισκέφτηκαν την Αθήνα δεν θεώρησαν άξιο λόγου τον Προφήτη Δανιήλ από αρχιτεκτονική με καλλιτεχνική άποψη. Όσες φορές αναφέρεται ή ύπαρξη του και αποτυπώνεται σε χάρτες γίνεται για καθαρά λόγους οροθεσίας. Ωστόσο και άλλοι ναοί και μάλιστα διάσημοι την εποχή λειτουργίας τους αγνοούνται από τους παλαιότερους περιηγητές λόγω της έμμονης απορρόφησης τους από το αρχαίο στοιχείο της Αθήνας.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο πού διασώζει ο Ντιράν στην μελέτη του είναι ή ύπαρξη συστάδας τάφων και κοιμητηρίου στην θέση του προαυλίου χώρου του Προφήτη Δανιήλ.
Δεν δίδονται άλλα στοιχεία για αυτά τα ευρήματα και δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτά τα μνημεία αποτελούσαν σύγχρονο κοιμητηριακό χώρο, τάφους ενοριτών, εφημερίων του ναού, ή ήταν μέρος του αρχαίου νεκροταφείου του Δημοσίου Σήματος το οποίο βρίσκεται σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων στα βορειοδυτικά της εκκλησίας.
Προσωπικά θεωρούμε ότι ο Ντιράν αναφέρθηκε σε κάποιον αρχαίο ταφικό χώρο εφόσον εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά ή Αρχαιολογική Εταιρεία σε ανασκαφές πού διενήργησε στο σημείο έφερε στο φως, πράγματι, ένα πολύ ενδιαφέρον αρχαίο ταφικό σύνολο.

Ό Ντιράν κατά τη διάρκεια της μελέτης του σχεδίασε εσωτερικά και εξωτερικά ναών, αναπαράστησε αγιογραφίες και σχεδίασε με επιμονή, λεπτομέρειες ναών γνωστών και αγνώστων σε εμάς σήμερα.
Δεν είναι πάντα εύκολη ή ταύτιση μεταξύ των σχεδίων του Ντιράν και των εκκλησιών πού διέφυγαν την κατάρρευση ή την κατεδάφιση. Στο δεύτερο μισό του δέκατου ενάτου αιώνα ή «ελληνολατρία» ήταν έντονη και μάλιστα ή τάση «καθαρισμού» της Αθήνας από τα λεγόμενα «νεότερα κτίρια» τα όποια δεν θεωρούνταν καν μνημεία άξια λόγου και ύπαρξης. 
Αυτή ή εγκληματική τάση οδήγησε στη ριζική εξαφάνιση πολλών δεκάδων (μήπως εκατοντάδων;) βυζαντινών και υστεροβυζαντινών μνημείων όπως εκκλησίες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια, οθωμανικά κτίρια κάθε είδους (σπίτια, ιερατικές σχολές, κρήνες και γέφυρες). 

Έτσι πολλά από τα σχέδια του Ντιράν αναφέρονται σε εκκλησίες πού) σύντομα μετά την αναχώρηση του από την πόλη έπαψαν να υπάρχουν. Άλλωστε ο Ντιράν στα σχέδια του αποθανάτισε πολλούς ναούς πού τελούσαν ήδη σε έρειπιώδη κατάσταση.
Το κύμα του νεοκλασικισμού και η παραμόρφωση της ιστορικής πραγματικότητας στο σύνολο της ήταν οι αιτίες τις τρομερής αλλοίωσης τις εικόνας πού παρουσίαζε ή Αθήνα στην ύστερη Τουρκοκρατία.
Αυτή η τάση για «απαλλοτρίωση» της Αθήνας από τα μη κλασσικά μνημεία της ήταν καταστροφική. Είναι απορίας άξιον πώς κατάφεραν κάποια ελάχιστα μνημεία να διατηρηθούν μέχρι σήμερα και βεβαίως ένα από αυτά είναι και ο ίδιος ο Προφήτης Δανιήλ.
Ή θέση του ανάμεσα σε μεγάλους οδικούς κόμβους θα έπρεπε να είχε οδηγήσει στην κατεδάφιση του ήδη από την εποχή της νέας ρυμοτομικής διάταξης τις Αθήνας στα τέλη του δέκατου ενάτου αιώνα. Ό Προφήτης Δανιήλ διεσώθη από Θαύμα.

apantaortodoxias

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

Ο μοναδικός ενοριακός Ναός της Παναγίας του Ακαθίστου Ύμνου

Στην καρδιά της πανέμορφης παλιάς πόλης της Ξάνθης, με τα εναπομείναντα αρχοντικά και διατηρητέα κτίσματα, μάρτυρες της λαμπρής εποχής του καπνεμπορίου, μακριά από την τουριστική διαδρομή που συνήθως ακολουθούν οι περισσότεροι επισκέπτες, δεσπόζει μια γραφική πετρόχτιστη εκκλησία, μοναδική στην Ελλάδα, που εορτάζει και πανηγυρίζει κάθε χρόνο την τελευταία Παρασκευή των Χαιρετισμών (31 Μαρτίου 2023), καθώς τιμά την Παναγία του Ακαθίστου Ύμνου.
Ο ναός του Ακαθίστου Ύμνου Ξάνθης, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή του στη δυτική πλευρά, εγκαινιάστηκε το 1861. Κατασκευάστηκε πάνω στα ερείπια ενός μικρότερου ναού που καταστράφηκε ολοσχερώς το 1829 από πυρκαγιά, η οποία ακολούθησε ένα μεγάλο σεισμό που είχε ισοπεδώσει τότε τα μεγαλύτερο μέρος της πόλης.

Εξαρχής ο ναός δεν ήταν αφιερωμένος στον Ακάθιστο Ύμνο, αλλά στην Παναγία. Όπως εξηγεί μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εφημέριος του ναού π. Θεολόγος Παπαϊωάννου «από το προσκλητήριο ενός γάμου του 1902 που διασώθηκε γνωρίζουμε ότι μέχρι τότε ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία τη Γοργοεπήκοο.

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να μας πληροφορούν πότε ο ναός αφιερώθηκε στον Ακάθιστο Ύμνο. Εικάζουμε ωστόσο ότι αυτό μπορεί να έγινε μετά την απελευθέρωση της πόλης. Είναι ελάχιστα τα αρχεία και τα κειμήλια που διασώζονται κι αυτό γιατί τα Βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής απογύμνωσαν το ναό από κάθε αντικείμενο αξίας, όπως λειτουργικά σκεύη και εικόνες. Οπότε, όποιες πληροφορίες υπάρχουν για την ιστορία του ναού τις έχουμε από προφορικές μαρτυρίες».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεγάλη εφέστια εικόνα της Θεοτόκου της Βρεφοκρατούσας που διασώθηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1829 και σήμερα βρίσκεται στο ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι στην αριστερή πλευρά του ναού κοντά στο σολέα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συντηρητών και μελετητών, η εικόνα χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, κατ’ άλλους από τον 16ο αιώνα, ωστόσο παρουσιάζει επιζωγραφίσεις που χρονολογούνται από τον 18ο αιώνα. Επίσης, πάνω στην εικόνα δεν υπάρχει ευδιάκριτη υπογραφή από την οποία να φαίνεται ποιος είναι ο αγιογράφος της.

Ο ναός του Ακάθιστου Ύμνου εντυπωσιάζει επίσης τον επισκέπτη με την αρχιτεκτονική του καθώς η πρώτη εντύπωση που δίνει από μακριά είναι ότι πρόκειται για ένα μοναστήρι αφού είναι περιτοιχισμένος με μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή είσοδο κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ξύλο.

Όπως τονίζει ο π. Θεολόγος, «όπως οι περισσότερες εκκλησίες που κατασκευάστηκε την οθωμανική περίοδο, έτσι κι αυτή είναι τρίκλητη Βασιλική χωρίς τρούλο. Να σημειωθεί πως εκείνη την εποχή οι οθωμανικές αρχές έδιναν άδειες για ανέγερση νέων ναών, αλλά χωρίς τρούλο και χωρίς καμπαναριό. Για το λόγο αυτό και το καμπαναριό του ναού είναι πολύ μεταγενέστερο».

Πάνω από την κεντρική είσοδο του ναού μετά το νάρθηκα βρίσκεται μια άλλη ανάγλυφη εικόνα της Θεοτόκου με επιγραφή χρονολόγησης της ανοικοδόμησης του ναού το έτος 1860. Στο κεντρικό διάδρομο του ναού δεσπόζουν τέσσερις πολυέλαιοι. Ο μπρούτζινος ήρθε από την Οδησσό, ενώ ο μεγαλύτερος από τους τρεις, ο κρυστάλλινος, ήρθε από την Αυστρία όλοι με δαπάνες των εμπόρων και των καπνεμπόρων της Ξάνθης που διέμεναν κατά κύριο λόγο στα αρχοντικά της (παλιάς) πόλης στα μέσα του 19ου αιώνα.

Ο π. Θεολόγος σημειώνει πως πρόκειται για τον μοναδικό στην Ελλάδα μεγάλο ενοριακό ναό αφιερωμένο στην Ακάθιστο Ύμνο, ωστόσο έχουν καταγραφεί και ορισμένα μικρά ξωκλήσια.

Πηγή: © SanSimera.gr