Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ, Αθήνα, Αττική

Τὸ Ἱστορικὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ

Ὁ βυζαντινὸς αὐτοκρατορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ βρίσκεται βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκρόπολης, μεταξὺ τῶν ὁδῶν Πρυτανείου καὶ Ἐπιχάρμου, στὸ Ριζόκαστρο (σημερινὰ Ἀναφιώτικα), κοντὰ στὸ μνημεῖο τοῦ Λυσικράτη. Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ πιὸ ἀγαπητὲς ἱστορικὲς ἐκκλησίες τῆς Πλάκας.

Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς πηγές, τὸ ὄνομα Ραγκαβᾶς ἀνήκει σὲ σημαντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Ἀθήνας, τῆς ὁποίας τὸ γνωστότερο μέλος ἦταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ Α΄ ὁ Ραγκαβέ (811-813).

Ἡ ἐκκλησία χτίστηκε ἀρχικὰ τὸν 9ο αἰώνα, ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο, γιὸ καὶ συναυτοκράτορα τοῦ Μιχαὴλ Α΄, μὲ ὑποδομὴ ἀρχαίου ναοῦ (ἕνα κιονόκρανο ἰωνικοῦ ρυθμοῦ εἶναι ἐντοιχισμένο στὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα στηρίζεται σὲ ἕνα κομμένο καὶ ἀνεστραμμένο κιονόκρανο ἐξελιγμένου κορινθιακοῦ τύπου) καὶ ἀφοῦ καταστράφηκε ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία, ξαναχτίστηκε διακόσια χρόνια μετά, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἀκμῆς τῆς Ἀθήνας.

Ὁ ναὸς ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴ μεσαιωνικὴ Ἀθήνα. Ἀρχικὰ ἦταν ἰδιωτικός, ἀλλὰ τελικὰ ἔγινε καὶ παραμένει ἕως σήμερα ἐνοριακός.

Οἱ εἰδικοὶ χρονολογοῦν τὸ ὑπάρχον κτίριο στὸν 11ο αἰώνα (1040-1050) λόγω τῶν στυλιστικῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα πολυάριθμων ἐκκλησιῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.

Μετὰ τὸν 11ο αἰώνα ὑπέστη σημαντικὲς ἀλλαγὲς καὶ προσθῆκες. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς πόλης.

Ὁ ναὸς ἀπέκτησε τὴ σημερινή του μορφὴ μετὰ τὶς ἐργασίες συντήρισής του τὸ 1979-1980, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἀπεκαλύφθησαν ἀρκετὰ πρωτότυπα στοιχεῖα, ὅπως ὁ τροῦλος, ἡ ὀροφὴ καὶ ἡ βόρεια πλευρά. ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι τετρακιόνιος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μὲ τροῦλο.

Στὴν ἐξωτερικὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ εἶναι ὁρατὴ ἡ μεσοβυζαντινὴ διαρρύθμιση τῶν προσόψεων καὶ τῶν περιθωρίων. Οἱ μεγάλες κάθετες πλάκες εἶναι τοποθετημένες παράλληλα στὸ κάτω μέρος τοῦ τοίχου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ σχηματίζουν σταυρό (βλέπε ἐξωτερικὸ ναοῦ κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο διπλὸ παράθυρο - ἀνατολικά).

Ἡ τοιχοποιία ἀκολουθεῖ τὸν πλινθοπερίκλειστο τύπο, δηλαδὴ ἔχουν χρησιμοποιηθῆ λαξευμένες πέτρες μὲ τέσσερεις πλευρές, περιστοιχισμένες ἀπὸ τούβλα. Ἡ τεχνοτροπία αὐτὴ διακρίνεται στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν μερικὲς διακοσμητικὲς κουφικὲς διατάξεις τούβλων καὶ ἔχουν, ἐπίσης, χρησιμοποιηθῆ πολυάριθμα ἀρχαῖα ἀρχιτεκτονικὰ ὑλικά, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε συχνὸ φαινόμενο τοῦ 11ου αἰώνα.

Ἕνα ἰδιαίτερο διακοσμητικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ ὀδοντωτὲς ταινίες (ἁπλές, διπλὲς καὶ τριπλές), οἱ ὁποῖες περιτρέχουν τὸ ἐξωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ὁ τροῦλος εἶναι μικρὸς ὀκταγωνικὸς καὶ ἀνήκει στὸν ἀθηναϊκὸ τύπο ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸς τῆς περιόδου ἐκείνης.
Τὸ Παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς

Γιὰ ἐνοριακοὺς λόγους τὸ 1838 ἔγινε ἐπέκταση τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Εἶναι μονόκλιτο καμαροσκέπαστο. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐπένδυση τῆς κεραμοσκεποῦς ὀροφῆς εἶναι κατασκευασμένη μὲ ξυλοθετήματα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ εἶναι τῆς ἰδίας περιόδου.
Ἀργότερα ὁ ναὸς ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικὰ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ νάρθηκα καὶ τοῦ κωδωνοστασίου, ἐνῶ οἱ ἀψίδες στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ πῆραν τὴ μορφὴ ἑνοποιημένου ἀντερείσματος (ἀντιστηρίγματος).

Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ
Παρὰ τὴ μακρόχρονη ἱστορία του, ὁ ναὸς ἔχει λίγες ἁγιογραφίες, νεότερες καὶ κρητικῆς ἐπίδρασης.
Φαίνεται ὅτι στὸν παλιὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα δὲν ὑπῆρχαν τοιχογραφίες οὔτε ψηφιδωτὰ ποὺ νὰ ἔγιναν μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλους ναοὺς τῆς ἴδιας περιόδου, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ δύο ἡμικυκλικὲς κορνίζες στὶ Ἱερὸ Βῆμα, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ δύο κιονόκρανα καὶ καταλήγουν στὴν κόγχη τῆς Πλατυτέρας, καὶ οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ εἶναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Σκεπασμένες ἁγιογραφίες δὲν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ ἔρευνα ποὺ ἔγινε. Ὑπάρχουν ὅμως φορητὲς εἰκόνες, ποὺ εἶναι ἀφιερώσεις πιστῶν καὶ κοσμοῦν τὸ τέμπλο καὶ τὰ προσκυνητάρια.

Στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ψηλὰ στὸ τέμπλο, ὑπάρχουν οἱ μικρές, ἐλαφρὰ ἡμικυκλικὲς εἰκόνες ρωσικῆς κατασκευῆς, πιθανότατα φερμένες κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὴ Ρωσία.

Ἐντύπωση προκαλοῦν καὶ οἱ δύο βυζαντινὲς εἰκόνες, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ χρυσὸ φόντο καὶ πολλὲς παραστάσεις γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἀποτελοῦν κειμήλια τοῦ ναοῦ καὶ φυλάσσονται.

Ἡ ἱστορικὴ Καμπάνα
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἡ χρήση καμπανῶν ἀπαγορευόταν μὲ διάταγμα (τσαλί).

Στὶς 24 Μαΐου 1833, ὅταν τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα παρέδωσαν τὸ φρούριο τῆς Ἀκρόπολης,
ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀνύψωση τῆς ἑλληνικῆς σημαίας χτύπησε καὶ ἡ καμπάνα αὐτή, ποὺ βρισκόταν σὲ κρύπτη καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸν πρόναο τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καταργήθηκαν τὰ ξύλινα σήμαντρα, καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἦταν ἡ πρώτη, στὴν ὁποία ἐπετράπη νὰ χρησιμοποιήσῃ καμπάνα. Στὶς 13 Δεκεμβρίου 1834 ἡ κυβέρνηση μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸ Ναύπλιο στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ἴδια μέρα ἐνθρονίστηκε ὁ Ὄθωνας, ὁπότε χτύπησε καὶ πάλι ἡ καμπάνα αὐτή.

Ἡ καμπάνα εἶναι κατασκευασμένη στὴν Κινέτα τῆς Ἰταλίας καί, ὅπως γράφει στὰ λατινικά, εἶναι «ἔργο Ἀλεξάνδρου καὶ ἀδελφοῦ, τῆς πόλης Κινέτα». Ἔχει ἀνάγλυφο τὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὴ μάχαιρα (τοῦ Πνεύματος) καὶ τὴ Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, μὲ κρίνο στὸ χέρι.

Ἡ καμπάνα ἦταν ἐπίσης ἡ πρώτη ποὺ σήμανε τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1944 καὶ κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἔπαρσης τῆς ἐλληνικῆς σημαίας στὴν Ἀκρόπολη.

Κάθε χρόνο, στὶς 25 Μαρτίου, τελεῖται Δοξολογία στὸν ναό, καὶ στὸ τέλος χτυποῦν τὴν καμπάνα ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, γιὰ νὰ ζωντανέψουν μὲ χαρὰ τὶς ’μέρες ἐκεῖνες τῆς ἀπελευθέρωσης ὅπου ἡ ἴδια καμπάνα, μὲ τοὺς ἴδιους ἀναλλοίωτους ἥχους, σκόρπισε τὸ μήνυμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους ἔπειτα ἀπὸ 400 χρόνια δουλείας. 









































Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Ιερός Ναός Αγίου Αποστόλου Φιλίππου (Μοναστηράκι)

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου βρίσκεται στην περιοχή της παλιάς Αθηναϊκής συνοικίας της Βλασσαρούς, όπου κατοικούσε ο νεομάρτυρας Μιχαήλ ο Πακνανάς (+ 9 Ιουλίου 1771), που μνεία του μαρτυρίου γίνεται σε στύλο του ναού του Ολυμπίου Διός.

Η τοποθεσία λοιπόν του ναού του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου ευρίσκεται ανάμεσα στο Μοναστηράκι και το Θησείο, στη συμβολή των οδών Αγίου Φιλίππου 20 και Αδριανού 19, απέναντι από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος οδηγεί στην στοά του Αττάλου. Ακριβώς στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, εκεί που συναντώνται μνήμες ιστορικές με το σήμερα, άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες.

Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή περίπου τον 9ομ.Χ. αιώνα στον χώρο κτίστηκε τρίκλιτη βασιλική, που ίχνη της σώζονταν, σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες, κάτω από το δάπεδο του σημερινού ναού, ενώ αργότερα, στη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, οικοδομήθηκε άλλη, η οποία καταστράφηκε το 1826-1827 από την επιδρομή του Κιουταχή, για ν’ αναστηλωθεί εκ νέου το 1833. Η σαθρότητα όμως του οικοδομήματος επέβαλε το 1960 την ανέγερση του σημερινού ναού, επάνω στα παλαιά θεμέλια, ύστερα από απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού. Από την παλαιά εκκλησία διατηρήθηκε το τέμπλο, έργο του έτους 1849. Άλλες εκτενέστερες επισκευές, αναγκαίες λόγω των σεισμών του 1981 και του 1999, έγιναν πρόσφατα, με αποτέλεσμα ο ναός να λάβει τη σημερινή κομψή του μορφή.

Οι πρώτες αγιογραφίες των  πλευρών, του Θόλου Της Πλατυτέρας και του Ιερού Βήματος, έγιναν μεταξύ 1965 – 1970, από τον αγιογράφο Ν. Βασιλόπουλο. Η αγιογράφηση των τοξοειδών τοίχων και της οροφής έγινε από τον μαθητή του Φώτη Κόντογλου, Δημήτριο Κεντάκα. Το τέμπλο και το δεσποτικό είναι ξυλόγλυπτα έργα του 1842, εξαιρετικής τέχνης, με στοιχεία νεοκλασσικισμού και έντονη διακοσμητικότητα. Οι εικόνες του τέμπλου χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και διέπονται από  τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής, με σαφείς επιρροές από την Δυτική τέχνη στο πλάσιμο των προσώπων και στην ποικιλία των μοτίβων που διακοσμούν τα ενδύματα.

Στον τόπο όπου έχει κτισθεί η σημερινή, τρίτη στη σειρά, εκκλησία, σύμφωνα με τις Απόκρυφες Πράξεις του Αποστόλου Φιλίππου, ο Άγιος αντιμετώπισε θαυματουργικά («εβύθισε ζώντα») τον Αρχιερέα (η Γραμματέα) των Ιουδαίων Ανανία, ενώ, σύμφωνα με άλλη παράδοση, που διασώζει ο αοίδιμος αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Παπαδόπουλος, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αποστόλου, ο όποιος, πάντοτε κατά την παράδοση, δίδαξε επί δύο χρόνια στην Αθήνα.

Σε αυτήν την εκκλησία του Αγίου Φιλίππου φυλάσσεται μικρό τεμάχιο από το ιερό του λείψανο, που παραχωρήθηκε τον Ιούλιο του 1989 από τη Μονή Agostiniane S. Lucia της Ρώμης. Επίσης φυλάσσονται οι εφέστιες εικόνες της Παναγίας, που προέρχεται από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασαρούς (που υπήρχε μέσα στην Αρχαία Αγορά και κατεδαφίστηκε το 1932), καθώς και της Αγίας Παρασκευής, που υπήρχε ατή ομώνυμη εκκλησία που βρισκόταν ατή συμβολή των οδών Ηφαίστου και Νίσου.

Εντός του Ι. Ναού φυλάσσονται επιπλέον εικόνες που χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα και ιερά σκεύη από παλαιά ναϋδρια της γύρω περιοχής που δεν υπάρχουν πια, όπως της Παναγίας της Βλασσαρούς και της Υπαπαντής, αλλά και από τον ιστορικό Ναό των 12 Αποστόλων (10ος αι.) που βρίσκεται εντός της Αρχαίας Αγοράς. Επίσης στην εκκλησία φυλάσσονται τεμάχια από τα Ι. Λείψανα των αγίων Αποστόλων Φιλίππου, Πέτρου και Θωμά, των αγίων Ευτυχίου, Μαρίνης, Ταρσιζίου καθώς και του αγίου Λουκά αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως του ιατρού.

Ο Ναός  εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου (μνήμη του αγίου Αποστόλου Φιλίππου), ενώ παράλληλα τιμά τον άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ τον Πακνανά (9 Ιουλίου) και τον άγιο Λουκά αρχιεπίσκοπο Κριμαίας τον ιατρό (11 Ιουνίου).

Η συνοικία της Βλασσαρούς, έχει πάρει το όνομά της από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από τον Βράχο της Ακροπόλεως, στο εσωτερικό του αρχαιολογικού χώρου, όπου σήμερα βρίσκεται η αρχαία Αγορά. Εκτεινόταν περίπου στο μέσον της ευθείας του αρχαίου Ναού του Ηφαίστου με την στοά του Αττάλου. Στην απογραφή της 26ης Οκτωβρίου του 1824 (η οποία έγινε με την υψηλή επιστασία του στρατηγού Γκούρα) ο μαχαλάς της Παναγίας Βλασσαρούς είχε 66 σπίτια και 329 κατοίκους και ήταν ο 5ος ή 6ος σε μέγεθος μαχαλάς της Αθήνας, από τους συνολικά 35.

Η σημερινή οδός του Αγίου Φιλίππου, είναι προέκταση της οδού Κραϊσκάκη, ακολουθεί την χάραξη του αρχαίου δρόμου των «Στοών», ο οποίος οδηγούσε από την αγορά στις Αχαρνικές Πύλες της πόλης και αποτελούσε την κύρια αρτηρία τροφοδοσίας της αγοράς με αγροτικά προϊόντα.

Ο Ναός παραμένει ανοιχτός Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο 07.00 – 13.00 και 17.00 – 20.00, Πέμπτη 17.00 – 20.00 και Κυριακή 07.00 – 18.00.

Πρόσβαση με Μετρό από τους σταθμούς Μοναστηράκι και Θησείο.

Τηλ. - Φαξ Ι. Ναού: 210 – 3212580.

Πηγές :

Ενωμένη Ρωμηοσύνη 

Αρχιτεκτονικά ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης, θολωτής βασιλικής με απλό υπερώο και κωδωνοστάσιο και έχει κτιστεί πάνω σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Η δεύτερη εκκλησία, η οποία δε σώζεται, ήταν αποτέλεσμα των ριζικών ανακαινίσεων που έγιναν το 1866, μετά τις καταστροφές από τα στρατεύματα του Κιουταχή Πασά (1826-1827) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας των Αθηνών.

Το έτος 1912 μετονομάστηκε σε «Άγιο Φίλιππο Βλασσαρούς», όταν συγχωνεύτηκε με τον παρακείμενο ναό της Παναγίας Βλασσαρούς. Ο τελευταίος κατεδαφίστηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην αρχαία Αγορά, τα έτη 1932-1937. Τέλος, το 1961 οικοδομήθηκε ο σημερινός ναός του Αγίου Φιλίππου.

Το τέμπλο του ναού είναι έργο του 1849 και προέρχεται από την παλαιότερη εκκλησία. Στον ναό του αγίου Φιλίππου φυλάσσονται τεμάχια από ιερά λείψανα αγίων, μεταξύ αυτών και του Αποστόλου Φιλίππου. Επίσης, φυλάσσονται εικόνες της Παναγίας, προερχόμενες από τον κατεδαφισθέντα ναό της Παναγίας Βλασσαρούς.