Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Μονή Οσίου Λουκά, Στείρι, Βοιωτία

Η Μονή Οσίου Λουκά, η Αγιά-Σοφιά της Ρούμελης είναι χτισμένη σε υψόμετρο 430 μ. στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα και είναι οικισμός της κοινότητας Στειρίου Βοιωτίας. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσοβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονή και τη Μονή Δαφνίου. Ο Όσιος Λουκάς είναι ωστόσο μεγαλύτερος και διαφέρει από το Δαφνί και τη Νέα Μονή στο ότι είναι αφιερωμένος σε ένα μοναδικό Όσιο, τον Όσιο Λουκά τον Στειργιώτη (29 Ιουλίου 896 – 7 Φεβρουαρίου 953).

Ιστορία

Το μοναστήρι του Οσίου Λουκά βρίσκεται σε γραφική πλαγιά του Ελικώνα σε τοποθεσία όπου βρισκόταν άλλοτε ναός της Στειρίτιδας Δήμητρας και περιβάλλεται από οροπέδιο που καλύπτεται από ελαιώνα. Το φυσικό τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του. Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Από νωρίς ακολούθησε το μοναχισμό και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής στο Κόρφο Κορινθίας. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων του Συμεών. Το 946/947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού και πεθαίνει το 953.

Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επί Ρωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται». Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.

Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β' ή του Βασιλείου Β' ή του Κωνσταντίνου Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ' (Μονομάχου), η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο. Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων: ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 (επί Βασιλείου Β'), ο Στίκας το 1042 (επί Κωνσταντίνου Θ').

Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια. Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.

Αρχιτεκτονική

Ο ναός της Παναγίας, ο παλιότερος στο συγκρότημα, είναι ο μόνος για τον οποίο είναι γνωστό ότι χτίστηκε στην κυρίως Ελλάδα το δέκατο αιώνα.

Ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, ο οποίος διακρίνει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι.

Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διαμέτρου περίπου 9 μ.) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ημιχώνια. Χαρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.

Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.

Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή.

Διάκοσμος

Τοιχογραφία του Ιησού του Ναυή,
12ος με 13ος αι.

Η προφητεία του Οσίου για την ανακατάληψη της Κρήτης τιμάται από την εικόνα του Ιησού του Ναυή στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας (αποκαλύφθηκε κατά την αναστήλωση το 1964), ο Ιησούς θεωρούνταν «μαχητής της πίστης», του οποίου η βοήθεια ήταν αποτελεσματική στους πολέμους ενάντια στους Άραβες. Το Καθολικό περιέχει τα πιο καλοδιατηρημένα σύνολα ψηφιδωτών από την περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης. Όμως το σύνολο δεν είναι ολόκληρο: η αρχική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, στον τρούλο λείπει, όπως και οι μορφές των αρχαγγέλων που τοποθετούνται συνήθως ανάμεσα στα επάνω παράθυρα.

Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μονή ήταν ξακουστή σε όλο το Βυζάντιο για την πολυτελή της διακόσμηση, η οποία απλωνόταν σε όλες τις επιφάνειες. Εκτός από τα τείχη, τη γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, τις τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά (εξαιρετικά εντυπωσιακά στις κοίλες επιφάνειες, το εσωτερικό κοσμούσαν εικόνες, πολυέλαιοι, μεταξωτές κουρτίνες και υφάσματα βωμών (αντιμήνσια). Μόνο ένα τμήμα τους σώζεται σήμερα στη θέση του, κυρίως οι χρωματιστές επενδύσεις των μαρμάρων και τα κιγκλιδώματα των παραθύρων. Παρά τις απώλειες το Καθολικό «δίνει την καλύτερη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κανείς οπουδήποτε σήμερα για τη μορφή του εσωτερικού ενός ναού τους πρώτους αιώνες μετά το τέλος της Εικονομαχίας».

Ειδικότερα, ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Καθολικού περιλαμβάνει:

Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα [που] καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνίου. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Ιερός Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.

Κάστρο Οσίου Λουκά

Στην κορυφή του λόφου της μονής Οσίου Λουκά υπάρχει κάστρο,χτισμένο στη θέση παλαιότερης οχύρωσης. Σώζονται οι τέσσερις πλευρές του τείχους, στην τοιχοποιία του οποίου περιλαμβάνεται ασβεστοκονίαμα και πλινθία.

Κάστρο Οσίου Λουκά

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Ιερά Μονή Κύκκου, Κύπρος

 Η Ιερά Μονή Κύκκου βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, 18 μόλις χιλιόμετρα από την πιο ψηλή βουνοκορφή της Κύπρου, τον Όλυμπο. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 1200 περίπου μέτρων, ανάμεσα σε πλούσια βλάστηση θάμνων και δένδρων, και συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη αφιέρωση των μοναχών στην προσευχή και την άσκηση. Η αδελφότητα όμως της Μονής, που χρονολογεί 900 χρόνια συνεχούς ζωής, δεν περιορίστηκε στα θρησκευτικά της μόνον καθήκοντα. Με τις δραστηριότητές της τη μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Κύπρου. Ανέπτυξε πλούσια εθνική δράση και παρουσίασε μεγάλη κοινωνική προσφορά, που είναι σε όλους γνωστή. Όλα αυτά συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της ορθόδοξης συνείδησης των Κυπρίων, οι οποίοι έζησαν πολλές ιστορικές περιπέτειες και σε αρκετές περιπτώσεις κινδύνευσαν με αφανισμό από τις πολύχρονες δουλείες και τους ξένους κατακτητές, χριστιανούς και αλλόθρησκους.
       Η Ιερά Μονή Κύκκου πάντοτε έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα ιστορικά δρώμενα του τόπου και ακολουθούσε τη μοίρα του λαού, τον οποίο προσπαθούσε να εμψυχώσει, να καθοδηγήσει και να προστατεύσει στις δύσκολές του στιγμές. Γι' αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η Ιερά Μονή Κύκκου ριζώθηκε βαθιά στην ψυχή του και κέρδισε τη φήμη της ενδοξότερης Μονής της Κύπρου.
      Το πλήρες όνομα της Μονής είναι "Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου". Βασιλική ονομάζεται γιατί ιδρύθηκε με προσωπική οικονομική συμβολή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) και Σταυροπηγιακή γιατί στον θεμέλιό της λίθο τοποθετήθηκε σταυρός, γεγονός που στη γλώσσα της διοίκησης της Εκκλησίας σημαίνει ότι το μοναστήρι αυτοδιοικείται, μέσα στα πλαίσια βεβαίως του συνόλου της Εκκλησίας της Κύπρου. Άγνωστη είναι η προέλευση του ονόματος Κύκκος. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, οφείλεται σε ένα αυτοφυόμενο θάμνο της περιοχής, που ονομάζεται και κόκκος. Η παράδοση συνδέει την ονομασία αυτή με το λάλημα ενός πουλιού, που κατά τα βυζαντινά χρόνια τριγυρνούσε στα γύρω βουνά και προανάγγελλε την ίδρυση του μοναστηριού με τους στίχους:
Κύκκου - Κύκκου το βουνί
μοναστήρι θα γενεί
μια χρυσή Κυρά θα μπει
και ποτέ της δεν θα βγει.

Όπως και πράγματι έγινε, αφού στο μοναστήρι, που κτίστηκε στα βουνά του Κύκκου, φυλάσσεται από τα τέλη του 11ου αι. η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της Κυκκώτισσας.

kykkos.org.cy

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ, Αθήνα, Αττική

Τὸ Ἱστορικὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ

Ὁ βυζαντινὸς αὐτοκρατορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ βρίσκεται βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκρόπολης, μεταξὺ τῶν ὁδῶν Πρυτανείου καὶ Ἐπιχάρμου, στὸ Ριζόκαστρο (σημερινὰ Ἀναφιώτικα), κοντὰ στὸ μνημεῖο τοῦ Λυσικράτη. Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ πιὸ ἀγαπητὲς ἱστορικὲς ἐκκλησίες τῆς Πλάκας.

Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς πηγές, τὸ ὄνομα Ραγκαβᾶς ἀνήκει σὲ σημαντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Ἀθήνας, τῆς ὁποίας τὸ γνωστότερο μέλος ἦταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ Α΄ ὁ Ραγκαβέ (811-813).

Ἡ ἐκκλησία χτίστηκε ἀρχικὰ τὸν 9ο αἰώνα, ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο, γιὸ καὶ συναυτοκράτορα τοῦ Μιχαὴλ Α΄, μὲ ὑποδομὴ ἀρχαίου ναοῦ (ἕνα κιονόκρανο ἰωνικοῦ ρυθμοῦ εἶναι ἐντοιχισμένο στὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα στηρίζεται σὲ ἕνα κομμένο καὶ ἀνεστραμμένο κιονόκρανο ἐξελιγμένου κορινθιακοῦ τύπου) καὶ ἀφοῦ καταστράφηκε ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία, ξαναχτίστηκε διακόσια χρόνια μετά, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἀκμῆς τῆς Ἀθήνας.

Ὁ ναὸς ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴ μεσαιωνικὴ Ἀθήνα. Ἀρχικὰ ἦταν ἰδιωτικός, ἀλλὰ τελικὰ ἔγινε καὶ παραμένει ἕως σήμερα ἐνοριακός.

Οἱ εἰδικοὶ χρονολογοῦν τὸ ὑπάρχον κτίριο στὸν 11ο αἰώνα (1040-1050) λόγω τῶν στυλιστικῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα πολυάριθμων ἐκκλησιῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.

Μετὰ τὸν 11ο αἰώνα ὑπέστη σημαντικὲς ἀλλαγὲς καὶ προσθῆκες. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς πόλης.

Ὁ ναὸς ἀπέκτησε τὴ σημερινή του μορφὴ μετὰ τὶς ἐργασίες συντήρισής του τὸ 1979-1980, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἀπεκαλύφθησαν ἀρκετὰ πρωτότυπα στοιχεῖα, ὅπως ὁ τροῦλος, ἡ ὀροφὴ καὶ ἡ βόρεια πλευρά. ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι τετρακιόνιος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μὲ τροῦλο.

Στὴν ἐξωτερικὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ εἶναι ὁρατὴ ἡ μεσοβυζαντινὴ διαρρύθμιση τῶν προσόψεων καὶ τῶν περιθωρίων. Οἱ μεγάλες κάθετες πλάκες εἶναι τοποθετημένες παράλληλα στὸ κάτω μέρος τοῦ τοίχου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ σχηματίζουν σταυρό (βλέπε ἐξωτερικὸ ναοῦ κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο διπλὸ παράθυρο - ἀνατολικά).

Ἡ τοιχοποιία ἀκολουθεῖ τὸν πλινθοπερίκλειστο τύπο, δηλαδὴ ἔχουν χρησιμοποιηθῆ λαξευμένες πέτρες μὲ τέσσερεις πλευρές, περιστοιχισμένες ἀπὸ τούβλα. Ἡ τεχνοτροπία αὐτὴ διακρίνεται στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν μερικὲς διακοσμητικὲς κουφικὲς διατάξεις τούβλων καὶ ἔχουν, ἐπίσης, χρησιμοποιηθῆ πολυάριθμα ἀρχαῖα ἀρχιτεκτονικὰ ὑλικά, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε συχνὸ φαινόμενο τοῦ 11ου αἰώνα.

Ἕνα ἰδιαίτερο διακοσμητικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ ὀδοντωτὲς ταινίες (ἁπλές, διπλὲς καὶ τριπλές), οἱ ὁποῖες περιτρέχουν τὸ ἐξωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ὁ τροῦλος εἶναι μικρὸς ὀκταγωνικὸς καὶ ἀνήκει στὸν ἀθηναϊκὸ τύπο ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸς τῆς περιόδου ἐκείνης.
Τὸ Παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς

Γιὰ ἐνοριακοὺς λόγους τὸ 1838 ἔγινε ἐπέκταση τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Εἶναι μονόκλιτο καμαροσκέπαστο. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐπένδυση τῆς κεραμοσκεποῦς ὀροφῆς εἶναι κατασκευασμένη μὲ ξυλοθετήματα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ εἶναι τῆς ἰδίας περιόδου.
Ἀργότερα ὁ ναὸς ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικὰ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ νάρθηκα καὶ τοῦ κωδωνοστασίου, ἐνῶ οἱ ἀψίδες στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ πῆραν τὴ μορφὴ ἑνοποιημένου ἀντερείσματος (ἀντιστηρίγματος).

Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ
Παρὰ τὴ μακρόχρονη ἱστορία του, ὁ ναὸς ἔχει λίγες ἁγιογραφίες, νεότερες καὶ κρητικῆς ἐπίδρασης.
Φαίνεται ὅτι στὸν παλιὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα δὲν ὑπῆρχαν τοιχογραφίες οὔτε ψηφιδωτὰ ποὺ νὰ ἔγιναν μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλους ναοὺς τῆς ἴδιας περιόδου, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ δύο ἡμικυκλικὲς κορνίζες στὶ Ἱερὸ Βῆμα, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ δύο κιονόκρανα καὶ καταλήγουν στὴν κόγχη τῆς Πλατυτέρας, καὶ οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ εἶναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Σκεπασμένες ἁγιογραφίες δὲν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ ἔρευνα ποὺ ἔγινε. Ὑπάρχουν ὅμως φορητὲς εἰκόνες, ποὺ εἶναι ἀφιερώσεις πιστῶν καὶ κοσμοῦν τὸ τέμπλο καὶ τὰ προσκυνητάρια.

Στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ψηλὰ στὸ τέμπλο, ὑπάρχουν οἱ μικρές, ἐλαφρὰ ἡμικυκλικὲς εἰκόνες ρωσικῆς κατασκευῆς, πιθανότατα φερμένες κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὴ Ρωσία.

Ἐντύπωση προκαλοῦν καὶ οἱ δύο βυζαντινὲς εἰκόνες, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ χρυσὸ φόντο καὶ πολλὲς παραστάσεις γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἀποτελοῦν κειμήλια τοῦ ναοῦ καὶ φυλάσσονται.

Ἡ ἱστορικὴ Καμπάνα
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἡ χρήση καμπανῶν ἀπαγορευόταν μὲ διάταγμα (τσαλί).

Στὶς 24 Μαΐου 1833, ὅταν τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα παρέδωσαν τὸ φρούριο τῆς Ἀκρόπολης,
ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀνύψωση τῆς ἑλληνικῆς σημαίας χτύπησε καὶ ἡ καμπάνα αὐτή, ποὺ βρισκόταν σὲ κρύπτη καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸν πρόναο τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καταργήθηκαν τὰ ξύλινα σήμαντρα, καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἦταν ἡ πρώτη, στὴν ὁποία ἐπετράπη νὰ χρησιμοποιήσῃ καμπάνα. Στὶς 13 Δεκεμβρίου 1834 ἡ κυβέρνηση μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸ Ναύπλιο στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ἴδια μέρα ἐνθρονίστηκε ὁ Ὄθωνας, ὁπότε χτύπησε καὶ πάλι ἡ καμπάνα αὐτή.

Ἡ καμπάνα εἶναι κατασκευασμένη στὴν Κινέτα τῆς Ἰταλίας καί, ὅπως γράφει στὰ λατινικά, εἶναι «ἔργο Ἀλεξάνδρου καὶ ἀδελφοῦ, τῆς πόλης Κινέτα». Ἔχει ἀνάγλυφο τὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὴ μάχαιρα (τοῦ Πνεύματος) καὶ τὴ Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, μὲ κρίνο στὸ χέρι.

Ἡ καμπάνα ἦταν ἐπίσης ἡ πρώτη ποὺ σήμανε τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1944 καὶ κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἔπαρσης τῆς ἐλληνικῆς σημαίας στὴν Ἀκρόπολη.

Κάθε χρόνο, στὶς 25 Μαρτίου, τελεῖται Δοξολογία στὸν ναό, καὶ στὸ τέλος χτυποῦν τὴν καμπάνα ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, γιὰ νὰ ζωντανέψουν μὲ χαρὰ τὶς ’μέρες ἐκεῖνες τῆς ἀπελευθέρωσης ὅπου ἡ ἴδια καμπάνα, μὲ τοὺς ἴδιους ἀναλλοίωτους ἥχους, σκόρπισε τὸ μήνυμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους ἔπειτα ἀπὸ 400 χρόνια δουλείας.