Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Μονή Οσίου Λουκά στο Στείρι

Η Ιστορία της Μονής

Το σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Ελλάδας του 11ου αιώνα, η Μονή του Οσίου Λουκά του Στειριώτη, βρίσκεται σε γραφική πλαγιά στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα, κοντά στην αρχαία Στειρίδα.
Το μοναστήρι με τις δύο μεγάλες εκκλησίες (το ναό της Παναγίας και το Καθολικό), την Κρύπτη,το καμπαναριό, τα κελιά και τα άλλα κτίσματα, αφιερωμένο στον θαυματουργό τοπικό άγιο, απέκτησε σύντομα μοναδική ακτινοβολία και τούτο γιατί η μορφή της τέχνης του θεωρείται πρότυπο για τα βυζαντινά μνημεία του 11ου αιώνα σε όλη την Ελλάδα.

Βασική πηγή των πληροφοριών μας για το μοναστήρι και τον Όσιο Λουκά είναι ο Βίος του, που συνέταξε ανώνυμος μαθητής του το 962, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου το 953.
Στα θεία χαρίσματα του ασκητή Οσίου οφειλόταν η στενή του σχέση με τους στρατηγούς, του Θέματος της Ελλάδος με έδρα την ακμάζουσα τότε Θήβα. Οι στρατηγοί Πόθος, γιός του Λέοντος Αργυρού και Πρωτοσπαθάριος Κρηνίτης ο Αροτράς τίμησαν τον Όσιο. Ο Κρηνίτης μάλιστα άρχισε να κτίζει με έξοδά του εκκλησία, όσο ζούσε ο Όσιος, το 946, στο όνομα της Αγίας Βαρβάρας.

Δύο χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου οι μαθητές και συμμοναστές του τελειοποίησαν και κόσμησαν την εκκλησία της  Αγίας Βαρβάρας, μετέβαλλαν το κελί όπου τάφηκε ο Όσιος σε «ιερό ευκτήριο» με σχήμα σταυρικό και ανοικοδόμησαν νέα κελλιά και ξενώνες. Επομένως, το έτος 955 υπήρχε μια πρώτη μοναστική κοινότητα. Σύμφωνα με τον Ε. Στίκα ο ναός της Αγίας Βαρβάρας ταυτίζεται με τον ναό της Παναγίας και ο ευκτήριος οίκος με την Κρύπτη.
Η οικοδομή του Καθολικού, που τοποθετείται χρονολογικά στις δεκαετίες του 11ου αιώνα, αποδίδεται,σύμφωνα με την παράδοση σε τρείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου: Τον Ρωμανού Β΄ (959-963), τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο (976-1028) και τον Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο (1042-1056)

Ο Όσιος Λουκάς είχε προφητέψει το 941 ότι «Ρωμανός Κρήτην χειρούται» θα ελευθερώσει δηλαδή την Κρήτη από τους Σαρακηνούς. Όταν ρωτήθηκε αν επρόκειτο για τον αυτοκράτορα  Ρωμανό Α’ που βασίλευε την εποχή εκείνη, απάντησε «ουχ ούτος άλλ’ έτερος». Έτσι η ανέγερση του Καθολικού, συνδυάστηκε με την προφητεία αυτή, γιατί ήταν επόμενο ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Β’, να θέλησε να ανεγείρει έναν μεγαλοπρεπή ναό από ευγνωμοσύνη στον Όσιο για την απελευθέρωση της Κρήτης(961), όπως είχε προφητέψει είκοσι χρόνια νωρίτερα.
Η προσωνυμία «βασιλομονάστηρο» αποδίδει την αυτοκρατορική καταγωγή της Μονής, καθώς και την αίσθηση του πλούτου και της τελειότητας του μνημείου από τους μεταγενέστερους.

Αξίζει να αναφερθεί εδώ η γνώμη του ιστορικού Κ. Παπαρρηγόπουλου που σημειώνει ότι η ίδρυση μεγαλόπρεπων μονών κατά την εποχή αυτή ομοίαζε με θρησκευτική αντεπίθεση μετά την περίοδο της Εικονομαχίας και με επιτακτική εθνική ανάγκη για την ενότητα του πληθυσμού, μετά τις αλλεπάλληλες επιδρομές βαρβαρικών φύλων, καθώς επίσης και η γνώμη του καθηγητή Άγγελου Προκοπίου που αναφέρει ότι η Μονή του Οσίου Λουκά ήταν ένα κέντρο για την αναζωπύρωση της Ορθοδοξίας, ένα δοξαστικό μνημείο για την νίκη της Κρήτης αλλά και ο εκθαμβωτικός μαγνήτης για τον εξελληνισμό των βαρβάρων λαών που ήλθαν να κατοικήσουν στον ελλαδικό χώρο.

Στοιχεία επικοινωνίας

Ηγούμενος: Αρχιμ. Σεραφείμ Παυλίδης

Τηλ. : 2267022228, 2267021305
Fax : 2267021164
URL : http://osiosloukas.gr
Ώρες κοινού : 09:00 π.μ. – 16:30  το χειμώνα  &

09:00 π.μ. – 16:00 & 17:30 – 18:30 το καλοκαίρι.

Ημερομηνία Εορτής: 7 Φεβρουαρίου (Κοίμηση Οσίου Λουκά), 3 Μαίου (Ανακομιδή Ιερού Λειψάνου του Οσίου Λουκά και επέτειος εγκαινίων του καθολικού της Μονής), Κυριακή των Προπατόρων (Επανακομιδή του Ιερού Λειψάνου του Οσίου Λουκά), 15 Αυγούστου (Πανήγυρις του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου).

Πως θα μεταβείτε

Η Ιερά Μονή Οσίου Λουκά απέχει 165 χλμ. από την Αθήνα, 32 χλμ. από την Λιβαδειά και 35 χλμ. από τους Δελφούς. Βρίσκεται σε υψόμετρο 450 μέτρων και η κατάσταση του οδοστρώματος (άσφαλτος) είναι καλή. Από την Αθήνα μέσω της Εθνικής Οδού περνάμε περιφερειακά την Λιβαδειά με κατεύθυνση τους Δελφούς, στη συνέχεια κατευθυνόμαστε προς το Δίστομο και ακολουθούμε τις πινακίδες για την Μονή.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΗΒΩΝ, ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ & ΑΥΛΙΔΟΣ

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

Παναγία Καστρέλλα Πυργαδικίων Χαλκιδικής

 “Toν 9ον ή 10ον μ.Χ. αιώνα κατά την ταραχώδη εποχή της εικονομαχίας, σε μια ακρογιαλιά της γραφικής νήσου του Μαρμαρά και συγκεκριμένα στον ορμίσκο ‘Άσπρος Πούντος’ της Αφθόνης, βρέθηκε μια εικών της Θεοτόκου διαστάσεων 52χ70 εκατ. Η οποία παριστά ταύτην να κρατάει στην αγκαλιά της το θείο βρέφος”

Έτσι αρχίζει την περιγραφή της ιστορίας της Παναγίας Καστρέλλας , ο πρώτος εφημέριος των Πυργαδικίων ο αείμνηστος πατέρας Αθανάσιος Παπαγεωργίου στο ειδικό βιβλιάριο που έγραψε το 1952 και το εξέδωσε πολύ αργότερα το 1975.

Ο πατέρας Αθανάσιος ή κατά κόσμο παπα-Θανάσης αν και δεν ήταν πρόσφυγας Αφθονιάτης –κατήγετο από την Μεγ.Παναγία- στηριζόμενος στις μαρτυρίες και διηγήσεις γεροντότερων εξέδωσε αυτό το βιβλιάριο στο οποίο περιγράφει συνοπτικά την ιστορία της εικόνας της Παναγίας Καστρέλλας, την εγκατάσταση των Αφθονιατών στα Πυργαδίκια καθώς και την ιστορία ανέργεσης της εκκλησίας που υπάρχει και σήμερα στο χωριό.

Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτό αλλά και από μαρτυρίες των λιγοστών Αφθονιατών που ζουν ακόμη, η εικόνα αυτή ρίχτηκε από τα κάστρα της Κων/πολης στη θάλασσα για να διασωθεί από τους εικονομάχους της εποχής εκείνης. Πολλοί δε είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι η εικόνα αυτή είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

Αφού λοιπόν ταξίδεψε για πολύ καιρό στην Θάλασσα (εξ ου και το όνομα Καστρέλλα) τα κύματα την έφεραν κοντά στις ακτές της Αφθόνης.

Κάποιος βαρκάρης από την Αφθόνη έβλεπε στον ύπνο του μια μελαχρινή γυναίκα που κολυμπούσε και ζητούσε βοήθεια. Ο αγαθός Βαρκάρης ξύπνησε και άρχισε να ψάχνει με την βάρκα του, κωπηλατώντας για πολλές ώρες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το όνειρο επαναλήφθηκε για πολλές νύχτες έως ότου ο βαρκάρης καταφέρνει να εντοπίσει την εικόνα της Παναγίας στη θάλασσα και βλέποντας την, αναγνωρίζει στο πρόσωπο της την κοπέλα που στο όνειρο του ζητούσε βοήθεια.

Την έφερε στο χωριό. Οι κάτοικοι θεώρησαν το γεγονός αυτό θείο δώρο.

Την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού,όπου έγινε κατανυκτική παράκληση και δοξολογία. Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισαν να συγκεντρώνουν χρήματα για να κτισθεί μια Μονή, η Μονή της Παναγίας Καστρέλλας.

Η εποχή εκείνη για την Κων/πολη και το Βυζάντιο ήταν εποχή ταραχών και εμφύλιων διαμαχών, γι’ αυτό και το νησί Μαρμαράς όπου βρίσκονταν και η Αφθόνη, απετέλεσε τόπο εξορίας πολλών επιφανών της εποχής εκείνης. Πατριάρχες, άνθρωποι των γραμμάτων , δάσκαλοι , συγγραφείς ακόμη και η αυτοκράτειρα Θεοφανώ σύζυγος του αυτοκράτορα Νικηφόρου η οποία και τον σκότωσε το 968 μ.Χ. βρέθηκε εξόριστη στην Προικόνησο. Πολλοί από αυτούς βοήθησαν να αποπερατωθεί η Μονή της Παναγίας Καστρέλλας.

Η πίστη όλων των Αφθονιατών και όχι μόνο, στη χάρη και δύναμη της Παναγίας ήταν πολύ μεγάλη. Γι αυτό και το μοναστήρι το επισκεπτόταν πλήθος κόσμου, κυρίως στη γιορτή στις 8 Σεπτεμβρίου. Οι ναυτικοί από την Αφθόνη που ήταν πάρα πολλοί, προγραμμάτιζαν τα ταξίδια τους έτσι ώστε στις 8 Σεπτεμβρίου να είναι όλοι στο Πανηγύρι της Παναγίας.
Το 1922 με την Μικρασιατική καταστροφή όταν οι Αφθονιάτες εκδιώχθηκαν από τον τόπο τους, η εικόνα της Παναγίας ήταν το πρώτο πράγμα που πήραν μαζί τους. Ο αυστηρός περιορισμός που υπήρχε από τους υπεύθυνους για την ποσότητα των πραγμάτων που μπορούσαν να πάρουν στο καράβι POLAND που θα τους μετέφερε, δεν τους άγγιξε καθόλου.

Ήταν τόσο μεγάλη η πίστη τους στην εικόνα αυτή που θα ήταν ίσως το μοναδικό πράγμα που θα έπαιρναν μαζί τους αν τους επιτρέπονταν να πάρουν μόνο ένα. Ήταν ο μεγαλύτερος θησαυρός γι αυτούς, ήταν η δύναμη τους, το παρελθόν και το μέλλον, ο προστάτης τους, ο αρχηγός ,η μητέρας τους, η ίδια τους η ζωή.Γι’ αυτό όταν ήρθαν στα Πυργαδίκια, η κατασκευή της εκκλησίας ήταν το πρώτο μέλημά τους. Υπεύθυνος για την ανέργεση του Ναού ήταν ο παπα-Θανάσης με συνεργάτες του την εκκλησιαστική επιτροπή που αποτελούνταν από τους : Αλέξανδρο Ευγενίδη, Τομόθεο Λιόλιο, Θρασύβουλο Διαμαντή, Ιωάννη Πολυζώνη, Αναστάσιο Λαζαρίδη, Βασίλειο Κονακάρη και Ανδρόνικο Πετρίδη. Μαζί με το κοινοτικό συμβούλιο που αποτελούνταν από τους Γαβριήλ Πετρίδη, Αθανάσιο Καρανάσο, Σάββα Βαλασάκη και Κυριάκο Δροσινάκη, έστειλαν επιστολή στους Αφθονιάτες που ζούσαν στην Αμερική και ζήτησαν οικονομική βοήθεια Πράγματι οι πατριώτες από το Λος – Άντζελες ανταποκρίθηκαν και έστειλαν τη βοήθεια αυτή το 1934.Προσθέτοντας και τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει με έρανο καθώς και με κάποιο ποσό που έδωσε το κοινοτικό ταμείο, ξεκίνησαν οι εργασίες.

Ο πόλεμος του 1940 δυσκόλεψε πάρα πολύ την εξέλιξη των εργασιών.Όμως η μεγάλη πίστη στη Παναγιά τους έδωσε δύναμη και κουράγιο να συνεχίσουν έτσι ώστε στις 20 Φεβρουαρίου του 1941 να γίνει η πρώτη λειτουργία που συνοδεύτηκε με λιτανεία στους δρόμους του χωριού.

Τον Απρίλιο του 1947 λόγω εμφυλίου, οι Αφθονιάτες εκκενώνουν το χωριό τους και διασκορπίζονταν στα γύρω χωριά για λόγους ασφαλείας, ακολουθώντας κρατική εντολή. Επιστρέφουν το 1949 και βρίσκουν πολλές καταστροφές από φωτιά σε σπίτια αλλά και στην εκκλησία. Η άθλια οικονομική τους κατάσταση δεν τους επιτρέπει να αποκαταστήσουν τις ζημιές. Έτσι απευθύνονται και πάλι στους Αφθονιάτες της Αμερικής και συγκεκριμένα στην κ.Βασιλική Κουμπουλέση για βοήθεια. Πράγματι με δική της πρωτοβουλία έγινε έρανος και προσθέτοντας και τη δική της δωρεά κατάφερε να συγκεντρώσει ένα σεβαστό ποσό. Για να επιτευχθεί όμως αυτός ο στόχος η εικόνα της Παναγίας ταξίδεψε αεροπορικώς στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Χόλυγουντ , όπου υπήρχαν πολλοί Αφθονιάτες.Με τα χρήματα αυτά,τη βοήθεια από την Αμερική, αγοράστηκε το τέμπλο από μια Ρωσική σκήτη του Αγίου Όρους, την Γουρονοσκήτη η Θιβαίς.

Το 1951 η ίδια η ευεργέτης Βασιλική Κουμπουλέση με την κόρη τους φέρνουν στα Πυργαδίκια την εικόνα από την Αμερική και στις 2 Αυγούστου του 1953 γίνονται τα επίσημα εγκαίνια του ναού.Από τότε ο ναός της Παναγίας Καστρέλας δέχτηκε μικροεπεμβάσεις που αποσκοπούσαν κυρίως στη συντήρηση στη βελτίωση της λειτουργικότητάς του, καθώς και στην αισθητική του εικόνα. Παραμένει όμως το πιο αξιόλογο μνημείο του χωριού μια που η παρουσία της Παναγίας Καστρέλας το κάνει ανεκτίμητο. Πολλοί είναι οι πιστοί που έρχονται για να την προσκυνήσουν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους αλλά κυρίως την ημέρα της εορτή της στις 8 Σεπτεμβρίου .

Με μοναδικό τους εφόδιο τη μεγάλη τους πίστη προσεύχονται στη Παναγία ,ζητούν τη χάρη της και τη βοήθειά της σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής τους.
Και δεν είναι λίγες οι φορές που η Παναγία έκανε το θαύμα της και με την θεία δύναμή της βοήθησε πολλούς που πίστεψαν σε αυτήν.

pyrgadikia.gr 

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

Ἱερός Ναός Προφήτη Δανιήλ, στο Μεταξουργείο

Ο μοναδικός Ναός στην Ελλάδα, 
όπου τιμάται ο Προφήτης Δανιήλ.

Στα 1842 - 1843 επέστρεψε για μια ακόμα φορά στην Αθήνα από την Γαλλία ένας σπουδαίος λόγιος, αρχιτέκτονας, σχεδιαστής και εκκλησιαστικός ερευνητής: ο Εμμανουήλ Παύλος Ίλλάριος Στανίσλαος Ντιράν. 
Ό Ευρωπαίος λόγιος έμεινε γνωστός από τις μελέτες που έκανε στον καθεδρικό ναό της Σάρτρ, τη συντήρηση των αγιογραφιών της καθώς και από το σπουδαίο έργο μελέτης πλήθους άλλων σημαντικών εκκλησιών της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Ό Ντιράν λάτρεψε την τέχνη και την Ελλάδα. 
Προικισμένος με πολλά ταλέντα και καλλιτεχνικές ανησυχίες ήρθε στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα πολλές φορές για να μελετήσει τα μνημεία της και ιδιαίτερα για να καταγράψει και να σχεδιάσει τους βυζαντινούς ναούς της. Χάρη σ' αυτόν οφείλουμε την γνώση μας. 
Γνώση πολλών σημαντικών πληροφοριών πού αφορούν στην κατάσταση των βυζαντινών μνημείων στην εποχή πού έζησε.

Ανάμεσα στα χαρτιά του, στα σχέδια του και στις μελέτες του ανακαλύψαμε και ένα σχεδίασμα του Προφήτη Δανιήλ πού φέρει διαστάσεις, σύντομη περιγραφή και το όνομα: «Άγιος Δανιήλ». Σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό του σκαρίφημα ή εκκλησία το 1842 - 1843 ήταν μια μονόκλιτη, καμαροσκέπαστη· βασιλική με ημισφαιρική αψίδα ιερού και μια κεντρική είσοδο. 

Οι διαστάσεις του Προφήτη Δανιήλ τότε ήταν: 4,60x9 μέτρα, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες για τα δεδομένα της εποχής. Στο σκαρίφημα διακρίνεται και ένα είδος προσθήκης μήκους 5,50 μέτρων μπροστά από την είσοδο του ναού πού αυξάνει το συνολικό μήκος του ναού σε 14,50 μέτρα. Αυτή ή διάταξη του Προφήτη Δανιήλ δεν απέχει και πολύ από την σημερινή μορφή της εκκλησίας.

Στα χαρτιά του Ντιράν δεν βρέθηκαν άλλες λεπτομέρειες ή περιγραφές εσωτερικές και εξωτερικές του ναού αλλά είναι πολύ πιθανόν να υπήρχαν περαιτέρω στοιχεία στο τμήμα της μελέτης του πού κάηκε σε πυρκαγιά το 1944, όταν αυτή φυλασσόταν στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Σάρτρ. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ανάμεσα σε μνημεία υψηλής σημασίας για την βυζαντινή και υστεροβυζαντινή τέχνη, αρχιτεκτονική και ιστορία όπως ή Παναγία ή Γοργοεπήκοος, ή Σώτειρα Λυκοδήμου, ή Υπαπαντή, ο Άγιος Γεώργιος ο Μαγκούτης, ή Παναγία ή Δουβέργαινα και ή Παντάνασσα συγκαταλέγει και μελετά ένα ξωκλήσι σαν αυτό του Προφήτη Δανιήλ. Κάτι τέτοιο μπορεί να μαρτυρά από την μια, μια καθαρή επιστημονική διάθεση σύμφωνα με την όποια δεν πρέπει να χάνεται το παραμικρό στοιχείο κατά τη διάρκεια της ακέραιης έρευνας, αλλά από την άλλη αποκαλύπτει και την ουσιαστική σημασία πού μπορεί να έχει ένας παλαιότατος, ήδη στην εποχή του, εξωστικός ναός σαν αυτόν του Προφήτη Δανιήλ. 

Οι παλαιότεροι περιηγητές πού επισκέφτηκαν την Αθήνα δεν θεώρησαν άξιο λόγου τον Προφήτη Δανιήλ από αρχιτεκτονική με καλλιτεχνική άποψη. Όσες φορές αναφέρεται ή ύπαρξη του και αποτυπώνεται σε χάρτες γίνεται για καθαρά λόγους οροθεσίας. Ωστόσο και άλλοι ναοί και μάλιστα διάσημοι την εποχή λειτουργίας τους αγνοούνται από τους παλαιότερους περιηγητές λόγω της έμμονης απορρόφησης τους από το αρχαίο στοιχείο της Αθήνας.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο πού διασώζει ο Ντιράν στην μελέτη του είναι ή ύπαρξη συστάδας τάφων και κοιμητηρίου στην θέση του προαυλίου χώρου του Προφήτη Δανιήλ.
Δεν δίδονται άλλα στοιχεία για αυτά τα ευρήματα και δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτά τα μνημεία αποτελούσαν σύγχρονο κοιμητηριακό χώρο, τάφους ενοριτών, εφημερίων του ναού, ή ήταν μέρος του αρχαίου νεκροταφείου του Δημοσίου Σήματος το οποίο βρίσκεται σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων στα βορειοδυτικά της εκκλησίας.
Προσωπικά θεωρούμε ότι ο Ντιράν αναφέρθηκε σε κάποιον αρχαίο ταφικό χώρο εφόσον εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά ή Αρχαιολογική Εταιρεία σε ανασκαφές πού διενήργησε στο σημείο έφερε στο φως, πράγματι, ένα πολύ ενδιαφέρον αρχαίο ταφικό σύνολο.

Ό Ντιράν κατά τη διάρκεια της μελέτης του σχεδίασε εσωτερικά και εξωτερικά ναών, αναπαράστησε αγιογραφίες και σχεδίασε με επιμονή, λεπτομέρειες ναών γνωστών και αγνώστων σε εμάς σήμερα.
Δεν είναι πάντα εύκολη ή ταύτιση μεταξύ των σχεδίων του Ντιράν και των εκκλησιών πού διέφυγαν την κατάρρευση ή την κατεδάφιση. Στο δεύτερο μισό του δέκατου ενάτου αιώνα ή «ελληνολατρία» ήταν έντονη και μάλιστα ή τάση «καθαρισμού» της Αθήνας από τα λεγόμενα «νεότερα κτίρια» τα όποια δεν θεωρούνταν καν μνημεία άξια λόγου και ύπαρξης. 
Αυτή ή εγκληματική τάση οδήγησε στη ριζική εξαφάνιση πολλών δεκάδων (μήπως εκατοντάδων;) βυζαντινών και υστεροβυζαντινών μνημείων όπως εκκλησίες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια, οθωμανικά κτίρια κάθε είδους (σπίτια, ιερατικές σχολές, κρήνες και γέφυρες). 

Έτσι πολλά από τα σχέδια του Ντιράν αναφέρονται σε εκκλησίες πού) σύντομα μετά την αναχώρηση του από την πόλη έπαψαν να υπάρχουν. Άλλωστε ο Ντιράν στα σχέδια του αποθανάτισε πολλούς ναούς πού τελούσαν ήδη σε έρειπιώδη κατάσταση.
Το κύμα του νεοκλασικισμού και η παραμόρφωση της ιστορικής πραγματικότητας στο σύνολο της ήταν οι αιτίες τις τρομερής αλλοίωσης τις εικόνας πού παρουσίαζε ή Αθήνα στην ύστερη Τουρκοκρατία.
Αυτή η τάση για «απαλλοτρίωση» της Αθήνας από τα μη κλασσικά μνημεία της ήταν καταστροφική. Είναι απορίας άξιον πώς κατάφεραν κάποια ελάχιστα μνημεία να διατηρηθούν μέχρι σήμερα και βεβαίως ένα από αυτά είναι και ο ίδιος ο Προφήτης Δανιήλ.
Ή θέση του ανάμεσα σε μεγάλους οδικούς κόμβους θα έπρεπε να είχε οδηγήσει στην κατεδάφιση του ήδη από την εποχή της νέας ρυμοτομικής διάταξης τις Αθήνας στα τέλη του δέκατου ενάτου αιώνα. Ό Προφήτης Δανιήλ διεσώθη από Θαύμα.

apantaortodoxias

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

Ο μοναδικός ενοριακός Ναός της Παναγίας του Ακαθίστου Ύμνου

Στην καρδιά της πανέμορφης παλιάς πόλης της Ξάνθης, με τα εναπομείναντα αρχοντικά και διατηρητέα κτίσματα, μάρτυρες της λαμπρής εποχής του καπνεμπορίου, μακριά από την τουριστική διαδρομή που συνήθως ακολουθούν οι περισσότεροι επισκέπτες, δεσπόζει μια γραφική πετρόχτιστη εκκλησία, μοναδική στην Ελλάδα, που εορτάζει και πανηγυρίζει κάθε χρόνο την τελευταία Παρασκευή των Χαιρετισμών (31 Μαρτίου 2023), καθώς τιμά την Παναγία του Ακαθίστου Ύμνου.
Ο ναός του Ακαθίστου Ύμνου Ξάνθης, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή του στη δυτική πλευρά, εγκαινιάστηκε το 1861. Κατασκευάστηκε πάνω στα ερείπια ενός μικρότερου ναού που καταστράφηκε ολοσχερώς το 1829 από πυρκαγιά, η οποία ακολούθησε ένα μεγάλο σεισμό που είχε ισοπεδώσει τότε τα μεγαλύτερο μέρος της πόλης.

Εξαρχής ο ναός δεν ήταν αφιερωμένος στον Ακάθιστο Ύμνο, αλλά στην Παναγία. Όπως εξηγεί μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εφημέριος του ναού π. Θεολόγος Παπαϊωάννου «από το προσκλητήριο ενός γάμου του 1902 που διασώθηκε γνωρίζουμε ότι μέχρι τότε ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία τη Γοργοεπήκοο.

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να μας πληροφορούν πότε ο ναός αφιερώθηκε στον Ακάθιστο Ύμνο. Εικάζουμε ωστόσο ότι αυτό μπορεί να έγινε μετά την απελευθέρωση της πόλης. Είναι ελάχιστα τα αρχεία και τα κειμήλια που διασώζονται κι αυτό γιατί τα Βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής απογύμνωσαν το ναό από κάθε αντικείμενο αξίας, όπως λειτουργικά σκεύη και εικόνες. Οπότε, όποιες πληροφορίες υπάρχουν για την ιστορία του ναού τις έχουμε από προφορικές μαρτυρίες».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεγάλη εφέστια εικόνα της Θεοτόκου της Βρεφοκρατούσας που διασώθηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1829 και σήμερα βρίσκεται στο ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι στην αριστερή πλευρά του ναού κοντά στο σολέα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συντηρητών και μελετητών, η εικόνα χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, κατ’ άλλους από τον 16ο αιώνα, ωστόσο παρουσιάζει επιζωγραφίσεις που χρονολογούνται από τον 18ο αιώνα. Επίσης, πάνω στην εικόνα δεν υπάρχει ευδιάκριτη υπογραφή από την οποία να φαίνεται ποιος είναι ο αγιογράφος της.

Ο ναός του Ακάθιστου Ύμνου εντυπωσιάζει επίσης τον επισκέπτη με την αρχιτεκτονική του καθώς η πρώτη εντύπωση που δίνει από μακριά είναι ότι πρόκειται για ένα μοναστήρι αφού είναι περιτοιχισμένος με μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή είσοδο κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ξύλο.

Όπως τονίζει ο π. Θεολόγος, «όπως οι περισσότερες εκκλησίες που κατασκευάστηκε την οθωμανική περίοδο, έτσι κι αυτή είναι τρίκλητη Βασιλική χωρίς τρούλο. Να σημειωθεί πως εκείνη την εποχή οι οθωμανικές αρχές έδιναν άδειες για ανέγερση νέων ναών, αλλά χωρίς τρούλο και χωρίς καμπαναριό. Για το λόγο αυτό και το καμπαναριό του ναού είναι πολύ μεταγενέστερο».

Πάνω από την κεντρική είσοδο του ναού μετά το νάρθηκα βρίσκεται μια άλλη ανάγλυφη εικόνα της Θεοτόκου με επιγραφή χρονολόγησης της ανοικοδόμησης του ναού το έτος 1860. Στο κεντρικό διάδρομο του ναού δεσπόζουν τέσσερις πολυέλαιοι. Ο μπρούτζινος ήρθε από την Οδησσό, ενώ ο μεγαλύτερος από τους τρεις, ο κρυστάλλινος, ήρθε από την Αυστρία όλοι με δαπάνες των εμπόρων και των καπνεμπόρων της Ξάνθης που διέμεναν κατά κύριο λόγο στα αρχοντικά της (παλιάς) πόλης στα μέσα του 19ου αιώνα.

Ο π. Θεολόγος σημειώνει πως πρόκειται για τον μοναδικό στην Ελλάδα μεγάλο ενοριακό ναό αφιερωμένο στην Ακάθιστο Ύμνο, ωστόσο έχουν καταγραφεί και ορισμένα μικρά ξωκλήσια.

Πηγή: © SanSimera.gr

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

Η «Κρασοπαναγιά» στα Μέθανα

Το εκκλησάκι της Παναγίας που χτίστηκε από κρασί και χώμα στην άκρη του βράχου. Δείτε από ψηλά την δυσπρόσιτη «Κρασοπαναγιά» στα Μέθανα 

Στη χερσόνησο των Μεθάνων, στο δυτικότερο άκρο της περιοχής, κρυμμένο ανάμεσα σε απόκρημνα και απότομα βράχια, βρίσκεται ένα μικρό εκκλησάκι.

Εξαιτίας της δύσκολης πρόσβασης του, το εκκλησάκι είναι σχετικά άγνωστο σε όσους επισκέπτονται για πρώτη φορά την όμορφη χερσόνησο της βορειοανατολικής Πελοποννήσου.

Το εκκλησάκι είναι σχετικά άγνωστο σε όσους επισκέπτονται για πρώτη φορά την όμορφη χερσόνησο της βορειοανατολικής Πελοποννήσου.

Ο μύθος της «Κρασοπαναγιάς»

Το εκκλησάκι αυτό είναι γνωστό ως «Κρασοπαναγιά».Σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, πριν από πολλά χρόνια, ένας ναυτικός ξεκίνησε ένα ταξίδι με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά. Είχε φορτώσει στη βάρκα του βαρέλια με κρασί, με σκοπό να τα πουλήσει στην Αθήνα.

Φτάνοντας στη χερσόνησο των Μεθάνων, τον έπιασε μεγάλη τρικυμία. Προσευχήθηκε στην Παναγία και έκανε τάμα, αν έβγαινε ζωντανός από την ξαφνική θαλασσοταραχή, θα έχτιζε ένα εκκλησάκι, στο δυτικότερο άκρο των Μεθάνων.

Ο ναυτικός σώθηκε και έχτισε το εκκλησάκι. Λέγεται, μάλιστα ότι αντί να ανακατέψει το χώμα με νερό, για να χτίσει τα θεμέλια της εκκλησίας, το ανακάτεψε με κρασί. Έτσι προέκυψε το όνομα Κρασοπαναγιά. Υπάρχει, ωστόσο, και μία λιγότερο δημοφιλής εκδοχή.

Ο μύθος θέλει το εκκλησάκι να έχει χτιστεί με χώμα και κρασί.

Ο ναυτικός ήταν έμπορος κρασιού, σώθηκε και έχτισε το εκκλησάκι με τα λίγα βαρέλια κρασιού που σώθηκαν από τη φουρτούνα.

Οι κάτοικοι των Μεθάνων, πιστεύουν ακόμη και σήμερα ότι στην Παναγία άρεσε το κρασί, γι’ αυτό προστατεύει τα αμπέλια της περιοχής, από όπου βγαίνει το περίφημο μεθανίτικο κρασί.

Πρόσβαση στην «Κρασοπαναγιά»

Υπάρχουν δύο τρόποι για να επισκεφτεί κάποιος την όμορφη εκκλησία. Ο ένας είναι από τη θάλασσα, με βάρκα ή καΐκι. Το σκαφάκι φτάνει στο απομονωμένο σημείο και στη συνέχεια καταλήγει στον παραπλήσιο κολπίσκο, το Βαθύ. Ο άλλος είναι με τα πόδια, από το μονοπάτι που ξεκινάει από το όμορφο χωριό της Καμένης Χώρας.

Η απόσταση είναι σχεδόν τέσσερα χιλιόμετρα, αλλά είναι πολύ απαιτητική και συνήθως αυτός ο τρόπος πρόσβασης, προτιμάται από λάτρεις της φύσης και γυμνασμένους πεζοπόρους.

Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, μήκους περίπου μισού χιλιομέτρου, χρειάζεται παραπάνω προσοχή καθώς δεν υπάρχει σήμανση, ούτε σαφές μονοπάτι. Οι επισκέπτες χρειάζονται να κατεβούν την απότομη πλαγιά, πατώντας πάνω στα βράχια του ηφαιστειογενούς τοπίου.

Στη χερσόνησο των Μεθάνων, στο δυτικότερο άκρο της περιοχής, κρυμμένο ανάμεσα σε απόκρημνα και απότομα βράχια, βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι Τα νερά γύρω από το εκκλησάκι της «Κρασοπαναγιάς», που «ανοίγονται» στο πέλαγος του Αργοσαρωνικού, είναι καταγάλανα, πεντακάθαρα και πολύ βαθιά.

Κοντά στο εκκλησάκι φτάνουν περίπου τα 130 μέτρα ενώ λίγο πιο μακριά αγγίζουν μέχρι και τα 300 μέτρα βάθος.

Δείτε το όμορφο εκκλησάκι από ψηλά από το UP DRONES YouTube channel:

.mixanitouxronou.


Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Η Παναγία η Παραπορτιανή

Οι εκκλησιές της Μυκόνου είναι αμέτρητες, περισσότερες από τετρακόσιες, καμιά τους όμως δεν είναι μεγάλη, μεγαλόπρεπη.
Οι δημιουργοί τους είχαν την αίσθηση του μέτρου, γι’ αυτό και το μέγεθός τους δεν ξεπερνά εκείνο ενός κλασικού παλαιού μυκονιάτικου σπιτιού.
Η πιο γνωστή και συνάμα πιο εντυπωσιακή εκκλησία της Μυκόνου είναι η Παναγία η Παραπορτιανή.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται όχι για μια απλή εκκλησία αλλά για ένα διώροφο συγκρότημα, που περιλαμβάνει τέσσερις ισόγειους ναΐσκους (Άγιος Σώζων, Άγιοι Ανάργυροι, Αγία Αναστασία και Άγιος Ευστάθιος) και την ανώγεια, υπερυψωμένη Παναγία Παραπορτιανή.

Το σημαντικό αυτό μνημείο των Μεταβυζαντινών Χρόνων (πιθανώς, 16ος/17ος αιώνας) βρίσκεται στην παλαιότερη συνοικία της Χώρας της Μυκόνου, το κατοικημένο από τους Προϊστορικούς Χρόνους Κάστρο, μια γλώσσα ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα αντικρίζοντας την Τήνο προς βορράν.

Η Παραπορτιανή οφείλει την ονομασία της στο γεγονός ότι δίπλα της υπήρχε άλλοτε ένα παραπόρτι, μια μικρή πύλη του επιθαλάσσιου κάστρου της Μυκόνου, άνοιγμα προς τη βραχώδη ακτή.

Τα τρία ναΰδρια του ισογείου, ο Άγιος Σώζων, οι Άγιοι Ανάργυροι και η Αγία Αναστασία, είναι μονόκλιτα καμαροσκεπή και σχηματίζουν τη δυτική πρόσοψη του αρχιτεκτονικού συνόλου, ενώ ο Άγιος Ευστάθιος βρίσκεται στο εσωτερικό του ίδιου επιπέδου και αποτελεί το κέντρο της βάσης του συγκροτήματος.

Το συγκρότημα της Παραπορτιανής με το αψιδωτό καμπαναριό και τους ασύμμετρους όγκους, κτίσμα εξαίρετης πλαστικότητας, φέρνει στο νου ένα είδος πυραμίδας έτσι όπως ορθώνεται εντυπωσιακό σε μια από τις πιο όμορφες κυκλαδίτικες πολιτείες, τη Χώρα της Μυκόνου.
πηγή

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Ο Αϊ Γιώργης ο Σεληνάρης

Η ανδρική Μονή του Αγίου Γεωργίου του Σεληνάρη είναι κτισμένη στην καρδιά του φαραγγιού του Σεληνάρη, κοντά στο Βραχάσι Λασιθίου και στη Νεάπολη. 
Δίπλα από το μοναστήρι περνάει η Εθνική Οδός Ηρακλείου – Αγίου Νικολάου και γι’ αυτό το μοναστήρι δέχεται πολλούς επισκέπτες καθημερινά. 
Για τους Κρητικούς μάλιστα θεωρείται γρουσουζιά να περνάει κάποιος το φαράγγι, χωρίς να σταματήσει στον Άγιο Γεώργιο. 
Αυτό έχει επικρατήσει καθώς παλιά η μονή ήταν ένα σημείο όπου σταματούσαν για να ξεκουραστούν οι ταξιδιώτες και τα ζώα τους. Μάλιστα υπάρχει μια πασίγνωστη μαντινάδα στην Κρήτη που λέει:

Από τα Μάλια όντε περνάς
και πας για Σεληνάρι
ένα κεράκι άναψε
στ’ Αϊ – Γιωργιού τη χάρη

Η μονή κτίστηκε κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο (961-1204) και καταστράφηκε από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538. 
Λίγο αργότερα, τρία αδέλφια από τη Ρόδο εγκαταστάθηκαν στο Βραχάσι, για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. 
Ο ένας από αυτούς, ο Νικόλαος, οδηγήθηκε από ένα φως και βρήκε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο μέρος όπου κτίστηκε το μικρό εκκλησάκι. 
Ο Νικόλαος εγκαταστάθηκε στο Σεληνάρι μέχρι το θάνατο του, όταν τάφηκε σε ένα μικρό σπήλαιο διαστάσεων 1,5 x 1,5 μ. στην κορυφή του Ανάβλοχου, το οποίο λάξευσε ο ίδιος.

Χρόνια μετά το θάνατό του, ένα ροδίτικο καράβι περνούσε και οι ναύτες παρακολούθησαν την αξιοσημείωτη πορεία ενός αστεριού που σταμάτησε πάνω από το σπήλαιο και που έλαμπε σαν ήλιος. Κατάλαβαν τότε ότι ήταν θεϊκό σημάδι, πήγαν στο μέρος αυτό, πήραν τα κόκαλα του και τα πήγαν στη Ρόδο την πατρίδα του. 
Ο Ανάβλοχος με το σπήλαιο βρίσκεται πάνω στην ανατολική πλευρά του φαραγγιού, απέναντι από τη μονή, και μπορείτε να τον διακρίνετε αν κοιτάξετε ψηλά και δείτε το μεγάλο σταυρό. 
Η πρόσβαση ως τον τάφο είναι εφικτή από μονοπάτι, αλλά απαιτεί καλή φυσική κατάσταση.

Το κύριο σώμα του κεντρικού ναού της μονής είναι σύγχρονο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου είναι ο ναός που έκτισε ο Νικόλαος, αλλά με σύγχρονες τοιχογραφίες. 
Χρονολογείται στο 16ο αιώνα και είναι μικρών διαστάσεων, μονόχωρος καμαροσκέπαστος με οξυκόρυφη καμάρα. 
Οι μοναχοί είναι πολύ φιλικοί και πρόθυμοι να ενημερώσουν τους προσκυνητές για την ιστορία του μοναστηριού, στο οποίο λειτουργεί σύγχρονο γηροκομείο, κτισμένο πάνω στα ερείπια των παλιών κελιών της μονής.

Ένας θρύλος για τον Άγιο Γεώργιο στο Σεληνάρι λέει ότι κάποτε ένας βοσκός που πήρε ψεύτικο όρκο το χέρι του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από την εικόνα του Αγίου. Μετά που παραδέχτηκε ότι είπε ψέματα, αμέσως κατάφερε να φύγει. 
Μια άλλη ιστορία για την θαυματουργή εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο Σεληνάρι, λέει ότι πήγε κάποιος και ορκίστηκε “Ορκίζομαι! (είπε!) δεν έκλεψα εγώ τα ζά (ζώα) του κουμπάρου μου!! 
Να βγεί το μάτι μου ανε λέω ψόματα!” 
Είπε και πρίν προλάβει να πατήσει το πλατύσκαλο της εκκλησιάς, κρατούσε το ίδιο του το μάτι μέσα στα δυό του χέρια!

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

Ιερός Ναός Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου

Ο Ιερός Ναός Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου είναι εκκλησία στο Γαλάτσι. Πρόκειται για τρίκλιτη σταυροειδή βασιλική μετά τρούλου αφιερωμένη στην Αγία Γλυκερία, πολιούχο του Γαλατσίου, και αποτελεί τον κεντρικό ναό της ενορίας Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου που υπάγεται στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Μάρτυρας της Χριστιανικής Εκκλησίας.
Η μνήμη της οποίας τιμάται στις 13 Μαΐου.

Ο σύγχρονος ναός άρχισε να χτίζεται το 1927 πάνω σε παλαιότερο καθολικό μονής, που σύμφωνα με τις πηγές υπήρχε στην περιοχή από τον 17ο αιώνα. Ήταν εκκλησία βασιλικού ρυθμού με τρούλο, μονόκλιτη με τυφλά τόξα στους κατά μήκος τοίχους. 
Ο νάρθηκας ήταν μεταγενέστερη προσθήκη, ενώ ο θόλος του είχε άξονα κάθετο προς εκείνον του κυρίως ναού. 
Η θεωρία ότι ο παλαιός ναός ανεγέρθηκε από την Αγία Φιλοθέη το 1590 δεν ευσταθεί, καθώς η Φιλοθέη πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1589.
Το 1847 ο Γάλλος μελετητής Πωλ Ντυράν απεικόνισε σε πέντε του σχέδια τοιχογραφίες κτιστού τέμπλου σε ναό μπροστά σε όμορφη εκκλησιά κοντά στην Αθήνα (près d' Athènes)» που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον παλαιό ναό της Αγίας Γλυκερίας.

Τον Ιούνιο του 1892 έγινε πίσω από αχυρώνα που υπήρχε δίπλα στην εκκλησία μια μονομαχία με πιστόλια ανάμεσα στον γραμματέα της τουρκικής πρεσβείας Αλφρέντ Μπέη και τον υπίλαρχο Πιερράκο, στην οποία νίκησε ο πρώτος.

περισσότερα εδώ

Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Προφήτης Ηλίας, Καϊμακτσαλάν. Ένα Σέρβικο Εκκλησάκι

Στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν στα 2.524 μ., βρίσκεται η εκκλησία αφιερωμένη στον Πέτρο και Παύλο, γνώστη στους περισσότερους ως εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Στην περιοχή αυτή την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου διεξήχθησαν τρομερές μάχες μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και των Γερμανό – Βουλγάρων.

Η εκκλησία κτίστηκε το 1920, σε χώρο που παραχώρησαν οι Έλληνες στους Σέρβους με σκοπό να δημιουργήσουν μνημείο για τους νεκρούς τους, από την μάχη που έγινε εκεί το 1916. 
Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχουν στο πάτωμα τοποθετημένες οβίδες. 
Στις εικόνες υπάρχουν αφιερώματα, και στεφάνια στην μνήμη των πεσόντων. 
Στον περίβολο ο φράχτης έχει για παλούκια σχήμα οβίδων οι οποίες ενώνονται μεταξύ τους με συρματόπλεγμα. Περίπου εκατό μέτρα πιο κάτω υπάρχει μνημείο για την μάχη, που στο εσωτερικό του είναι οστεοφυλάκιο.
Στην διαδρομή για το εκκλησάκι, θα βρείτε κάλυκες, υπολείμματα από οβίδες, συρματοπλέγματα και χαρακώματα. Η περιοχή γύρω από την εκκλησία έχει διάσπαρτους τάφους, χαρακώματα και υπολείμματα πολεμικού υλικού.
Σήμερα πολλές ομάδες ορειβατών, χιονοδρόμων και προσκυνητών επισκέπτονται την εκκλησία όλες τις εποχές του χρόνου. Η πρόσβαση είναι σχετικά εύκολη. Τους χειμερινούς μήνες όμως, απαιτείται προσοχή. Η διαδρομή ξεκινάει από τις εγκαταστάσεις του χιονοδρομικού κέντρου και σε περίπου 30 λεπτά λεπτά ανηφορικής πορείας, θα φτάσετε στην εκκλησία και στην κορυφή του όρους Βόρα ή Καϊμακατσαλάν σε υψόμετρο 2.524 μ. που είναι και η τρίτη ψηλότερη στην χώρα μας. 

kaimakinn.gr

Χτισμένο στην μνήμη των Σέρβων που σκοτώθηκαν εδώ στη φονικότατη μάχη με τους Βουλγάρους το1916, σε έδαφος που τιμής ένεκεν παραχωρήθηκε στου Σέρβους, αν και η κορυφή είναι ελληνική. Πρόσφατα περιήλθε και πάλι στην ελληνική κατοχή κατόπιν συμφωνίας με το κράτος των Σκοπίων.

trikalasport.gr




Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Μονή Οσίου Λουκά, Στείρι, Βοιωτία

Η Μονή Οσίου Λουκά, η Αγιά-Σοφιά της Ρούμελης είναι χτισμένη σε υψόμετρο 430 μ. στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα και είναι οικισμός της κοινότητας Στειρίου Βοιωτίας. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσοβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονή και τη Μονή Δαφνίου. Ο Όσιος Λουκάς είναι ωστόσο μεγαλύτερος και διαφέρει από το Δαφνί και τη Νέα Μονή στο ότι είναι αφιερωμένος σε ένα μοναδικό Όσιο, τον Όσιο Λουκά τον Στειργιώτη (29 Ιουλίου 896 – 7 Φεβρουαρίου 953).

Ιστορία

Το μοναστήρι του Οσίου Λουκά βρίσκεται σε γραφική πλαγιά του Ελικώνα σε τοποθεσία όπου βρισκόταν άλλοτε ναός της Στειρίτιδας Δήμητρας και περιβάλλεται από οροπέδιο που καλύπτεται από ελαιώνα. Το φυσικό τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του. Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Από νωρίς ακολούθησε το μοναχισμό και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής στο Κόρφο Κορινθίας. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων του Συμεών. Το 946/947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού και πεθαίνει το 953.

Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επί Ρωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται». Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.

Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β' ή του Βασιλείου Β' ή του Κωνσταντίνου Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ' (Μονομάχου), η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο. Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων: ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 (επί Βασιλείου Β'), ο Στίκας το 1042 (επί Κωνσταντίνου Θ').

Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια. Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.

Αρχιτεκτονική

Ο ναός της Παναγίας, ο παλιότερος στο συγκρότημα, είναι ο μόνος για τον οποίο είναι γνωστό ότι χτίστηκε στην κυρίως Ελλάδα το δέκατο αιώνα.

Ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, ο οποίος διακρίνει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι.

Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διαμέτρου περίπου 9 μ.) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ημιχώνια. Χαρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.

Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.

Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή.

Διάκοσμος

Τοιχογραφία του Ιησού του Ναυή,
12ος με 13ος αι.

Η προφητεία του Οσίου για την ανακατάληψη της Κρήτης τιμάται από την εικόνα του Ιησού του Ναυή στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας (αποκαλύφθηκε κατά την αναστήλωση το 1964), ο Ιησούς θεωρούνταν «μαχητής της πίστης», του οποίου η βοήθεια ήταν αποτελεσματική στους πολέμους ενάντια στους Άραβες. Το Καθολικό περιέχει τα πιο καλοδιατηρημένα σύνολα ψηφιδωτών από την περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης. Όμως το σύνολο δεν είναι ολόκληρο: η αρχική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, στον τρούλο λείπει, όπως και οι μορφές των αρχαγγέλων που τοποθετούνται συνήθως ανάμεσα στα επάνω παράθυρα.

Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μονή ήταν ξακουστή σε όλο το Βυζάντιο για την πολυτελή της διακόσμηση, η οποία απλωνόταν σε όλες τις επιφάνειες. Εκτός από τα τείχη, τη γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, τις τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά (εξαιρετικά εντυπωσιακά στις κοίλες επιφάνειες, το εσωτερικό κοσμούσαν εικόνες, πολυέλαιοι, μεταξωτές κουρτίνες και υφάσματα βωμών (αντιμήνσια). Μόνο ένα τμήμα τους σώζεται σήμερα στη θέση του, κυρίως οι χρωματιστές επενδύσεις των μαρμάρων και τα κιγκλιδώματα των παραθύρων. Παρά τις απώλειες το Καθολικό «δίνει την καλύτερη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κανείς οπουδήποτε σήμερα για τη μορφή του εσωτερικού ενός ναού τους πρώτους αιώνες μετά το τέλος της Εικονομαχίας».

Ειδικότερα, ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Καθολικού περιλαμβάνει:

Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα [που] καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνίου. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Ιερός Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.

Κάστρο Οσίου Λουκά

Στην κορυφή του λόφου της μονής Οσίου Λουκά υπάρχει κάστρο,χτισμένο στη θέση παλαιότερης οχύρωσης. Σώζονται οι τέσσερις πλευρές του τείχους, στην τοιχοποιία του οποίου περιλαμβάνεται ασβεστοκονίαμα και πλινθία.

Κάστρο Οσίου Λουκά

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Ιερά Μονή Κύκκου, Κύπρος

 Η Ιερά Μονή Κύκκου βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, 18 μόλις χιλιόμετρα από την πιο ψηλή βουνοκορφή της Κύπρου, τον Όλυμπο. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 1200 περίπου μέτρων, ανάμεσα σε πλούσια βλάστηση θάμνων και δένδρων, και συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη αφιέρωση των μοναχών στην προσευχή και την άσκηση. Η αδελφότητα όμως της Μονής, που χρονολογεί 900 χρόνια συνεχούς ζωής, δεν περιορίστηκε στα θρησκευτικά της μόνον καθήκοντα. Με τις δραστηριότητές της τη μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Κύπρου. Ανέπτυξε πλούσια εθνική δράση και παρουσίασε μεγάλη κοινωνική προσφορά, που είναι σε όλους γνωστή. Όλα αυτά συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της ορθόδοξης συνείδησης των Κυπρίων, οι οποίοι έζησαν πολλές ιστορικές περιπέτειες και σε αρκετές περιπτώσεις κινδύνευσαν με αφανισμό από τις πολύχρονες δουλείες και τους ξένους κατακτητές, χριστιανούς και αλλόθρησκους.
       Η Ιερά Μονή Κύκκου πάντοτε έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα ιστορικά δρώμενα του τόπου και ακολουθούσε τη μοίρα του λαού, τον οποίο προσπαθούσε να εμψυχώσει, να καθοδηγήσει και να προστατεύσει στις δύσκολές του στιγμές. Γι' αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η Ιερά Μονή Κύκκου ριζώθηκε βαθιά στην ψυχή του και κέρδισε τη φήμη της ενδοξότερης Μονής της Κύπρου.
      Το πλήρες όνομα της Μονής είναι "Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου". Βασιλική ονομάζεται γιατί ιδρύθηκε με προσωπική οικονομική συμβολή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) και Σταυροπηγιακή γιατί στον θεμέλιό της λίθο τοποθετήθηκε σταυρός, γεγονός που στη γλώσσα της διοίκησης της Εκκλησίας σημαίνει ότι το μοναστήρι αυτοδιοικείται, μέσα στα πλαίσια βεβαίως του συνόλου της Εκκλησίας της Κύπρου. Άγνωστη είναι η προέλευση του ονόματος Κύκκος. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, οφείλεται σε ένα αυτοφυόμενο θάμνο της περιοχής, που ονομάζεται και κόκκος. Η παράδοση συνδέει την ονομασία αυτή με το λάλημα ενός πουλιού, που κατά τα βυζαντινά χρόνια τριγυρνούσε στα γύρω βουνά και προανάγγελλε την ίδρυση του μοναστηριού με τους στίχους:
Κύκκου - Κύκκου το βουνί
μοναστήρι θα γενεί
μια χρυσή Κυρά θα μπει
και ποτέ της δεν θα βγει.

Όπως και πράγματι έγινε, αφού στο μοναστήρι, που κτίστηκε στα βουνά του Κύκκου, φυλάσσεται από τα τέλη του 11ου αι. η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της Κυκκώτισσας.

kykkos.org.cy

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ, Αθήνα, Αττική

Τὸ Ἱστορικὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ

Ὁ βυζαντινὸς αὐτοκρατορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ βρίσκεται βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκρόπολης, μεταξὺ τῶν ὁδῶν Πρυτανείου καὶ Ἐπιχάρμου, στὸ Ριζόκαστρο (σημερινὰ Ἀναφιώτικα), κοντὰ στὸ μνημεῖο τοῦ Λυσικράτη. Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ πιὸ ἀγαπητὲς ἱστορικὲς ἐκκλησίες τῆς Πλάκας.

Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς πηγές, τὸ ὄνομα Ραγκαβᾶς ἀνήκει σὲ σημαντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Ἀθήνας, τῆς ὁποίας τὸ γνωστότερο μέλος ἦταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ Α΄ ὁ Ραγκαβέ (811-813).

Ἡ ἐκκλησία χτίστηκε ἀρχικὰ τὸν 9ο αἰώνα, ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο, γιὸ καὶ συναυτοκράτορα τοῦ Μιχαὴλ Α΄, μὲ ὑποδομὴ ἀρχαίου ναοῦ (ἕνα κιονόκρανο ἰωνικοῦ ρυθμοῦ εἶναι ἐντοιχισμένο στὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα στηρίζεται σὲ ἕνα κομμένο καὶ ἀνεστραμμένο κιονόκρανο ἐξελιγμένου κορινθιακοῦ τύπου) καὶ ἀφοῦ καταστράφηκε ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία, ξαναχτίστηκε διακόσια χρόνια μετά, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἀκμῆς τῆς Ἀθήνας.

Ὁ ναὸς ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴ μεσαιωνικὴ Ἀθήνα. Ἀρχικὰ ἦταν ἰδιωτικός, ἀλλὰ τελικὰ ἔγινε καὶ παραμένει ἕως σήμερα ἐνοριακός.

Οἱ εἰδικοὶ χρονολογοῦν τὸ ὑπάρχον κτίριο στὸν 11ο αἰώνα (1040-1050) λόγω τῶν στυλιστικῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα πολυάριθμων ἐκκλησιῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.

Μετὰ τὸν 11ο αἰώνα ὑπέστη σημαντικὲς ἀλλαγὲς καὶ προσθῆκες. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς πόλης.

Ὁ ναὸς ἀπέκτησε τὴ σημερινή του μορφὴ μετὰ τὶς ἐργασίες συντήρισής του τὸ 1979-1980, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἀπεκαλύφθησαν ἀρκετὰ πρωτότυπα στοιχεῖα, ὅπως ὁ τροῦλος, ἡ ὀροφὴ καὶ ἡ βόρεια πλευρά. ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι τετρακιόνιος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μὲ τροῦλο.

Στὴν ἐξωτερικὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ εἶναι ὁρατὴ ἡ μεσοβυζαντινὴ διαρρύθμιση τῶν προσόψεων καὶ τῶν περιθωρίων. Οἱ μεγάλες κάθετες πλάκες εἶναι τοποθετημένες παράλληλα στὸ κάτω μέρος τοῦ τοίχου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ σχηματίζουν σταυρό (βλέπε ἐξωτερικὸ ναοῦ κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο διπλὸ παράθυρο - ἀνατολικά).

Ἡ τοιχοποιία ἀκολουθεῖ τὸν πλινθοπερίκλειστο τύπο, δηλαδὴ ἔχουν χρησιμοποιηθῆ λαξευμένες πέτρες μὲ τέσσερεις πλευρές, περιστοιχισμένες ἀπὸ τούβλα. Ἡ τεχνοτροπία αὐτὴ διακρίνεται στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν μερικὲς διακοσμητικὲς κουφικὲς διατάξεις τούβλων καὶ ἔχουν, ἐπίσης, χρησιμοποιηθῆ πολυάριθμα ἀρχαῖα ἀρχιτεκτονικὰ ὑλικά, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε συχνὸ φαινόμενο τοῦ 11ου αἰώνα.

Ἕνα ἰδιαίτερο διακοσμητικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ ὀδοντωτὲς ταινίες (ἁπλές, διπλὲς καὶ τριπλές), οἱ ὁποῖες περιτρέχουν τὸ ἐξωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ὁ τροῦλος εἶναι μικρὸς ὀκταγωνικὸς καὶ ἀνήκει στὸν ἀθηναϊκὸ τύπο ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸς τῆς περιόδου ἐκείνης.
Τὸ Παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς

Γιὰ ἐνοριακοὺς λόγους τὸ 1838 ἔγινε ἐπέκταση τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Εἶναι μονόκλιτο καμαροσκέπαστο. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐπένδυση τῆς κεραμοσκεποῦς ὀροφῆς εἶναι κατασκευασμένη μὲ ξυλοθετήματα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ εἶναι τῆς ἰδίας περιόδου.
Ἀργότερα ὁ ναὸς ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικὰ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ νάρθηκα καὶ τοῦ κωδωνοστασίου, ἐνῶ οἱ ἀψίδες στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ πῆραν τὴ μορφὴ ἑνοποιημένου ἀντερείσματος (ἀντιστηρίγματος).

Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ
Παρὰ τὴ μακρόχρονη ἱστορία του, ὁ ναὸς ἔχει λίγες ἁγιογραφίες, νεότερες καὶ κρητικῆς ἐπίδρασης.
Φαίνεται ὅτι στὸν παλιὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα δὲν ὑπῆρχαν τοιχογραφίες οὔτε ψηφιδωτὰ ποὺ νὰ ἔγιναν μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλους ναοὺς τῆς ἴδιας περιόδου, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ δύο ἡμικυκλικὲς κορνίζες στὶ Ἱερὸ Βῆμα, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ δύο κιονόκρανα καὶ καταλήγουν στὴν κόγχη τῆς Πλατυτέρας, καὶ οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ εἶναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Σκεπασμένες ἁγιογραφίες δὲν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ ἔρευνα ποὺ ἔγινε. Ὑπάρχουν ὅμως φορητὲς εἰκόνες, ποὺ εἶναι ἀφιερώσεις πιστῶν καὶ κοσμοῦν τὸ τέμπλο καὶ τὰ προσκυνητάρια.

Στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ψηλὰ στὸ τέμπλο, ὑπάρχουν οἱ μικρές, ἐλαφρὰ ἡμικυκλικὲς εἰκόνες ρωσικῆς κατασκευῆς, πιθανότατα φερμένες κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὴ Ρωσία.

Ἐντύπωση προκαλοῦν καὶ οἱ δύο βυζαντινὲς εἰκόνες, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ χρυσὸ φόντο καὶ πολλὲς παραστάσεις γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἀποτελοῦν κειμήλια τοῦ ναοῦ καὶ φυλάσσονται.

Ἡ ἱστορικὴ Καμπάνα
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἡ χρήση καμπανῶν ἀπαγορευόταν μὲ διάταγμα (τσαλί).

Στὶς 24 Μαΐου 1833, ὅταν τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα παρέδωσαν τὸ φρούριο τῆς Ἀκρόπολης,
ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀνύψωση τῆς ἑλληνικῆς σημαίας χτύπησε καὶ ἡ καμπάνα αὐτή, ποὺ βρισκόταν σὲ κρύπτη καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸν πρόναο τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καταργήθηκαν τὰ ξύλινα σήμαντρα, καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἦταν ἡ πρώτη, στὴν ὁποία ἐπετράπη νὰ χρησιμοποιήσῃ καμπάνα. Στὶς 13 Δεκεμβρίου 1834 ἡ κυβέρνηση μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸ Ναύπλιο στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ἴδια μέρα ἐνθρονίστηκε ὁ Ὄθωνας, ὁπότε χτύπησε καὶ πάλι ἡ καμπάνα αὐτή.

Ἡ καμπάνα εἶναι κατασκευασμένη στὴν Κινέτα τῆς Ἰταλίας καί, ὅπως γράφει στὰ λατινικά, εἶναι «ἔργο Ἀλεξάνδρου καὶ ἀδελφοῦ, τῆς πόλης Κινέτα». Ἔχει ἀνάγλυφο τὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὴ μάχαιρα (τοῦ Πνεύματος) καὶ τὴ Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, μὲ κρίνο στὸ χέρι.

Ἡ καμπάνα ἦταν ἐπίσης ἡ πρώτη ποὺ σήμανε τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1944 καὶ κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἔπαρσης τῆς ἐλληνικῆς σημαίας στὴν Ἀκρόπολη.

Κάθε χρόνο, στὶς 25 Μαρτίου, τελεῖται Δοξολογία στὸν ναό, καὶ στὸ τέλος χτυποῦν τὴν καμπάνα ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, γιὰ νὰ ζωντανέψουν μὲ χαρὰ τὶς ’μέρες ἐκεῖνες τῆς ἀπελευθέρωσης ὅπου ἡ ἴδια καμπάνα, μὲ τοὺς ἴδιους ἀναλλοίωτους ἥχους, σκόρπισε τὸ μήνυμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους ἔπειτα ἀπὸ 400 χρόνια δουλείας.