Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ, Αθήνα, Αττική

Τὸ Ἱστορικὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ

Ὁ βυζαντινὸς αὐτοκρατορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ βρίσκεται βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκρόπολης, μεταξὺ τῶν ὁδῶν Πρυτανείου καὶ Ἐπιχάρμου, στὸ Ριζόκαστρο (σημερινὰ Ἀναφιώτικα), κοντὰ στὸ μνημεῖο τοῦ Λυσικράτη. Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ πιὸ ἀγαπητὲς ἱστορικὲς ἐκκλησίες τῆς Πλάκας.

Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς πηγές, τὸ ὄνομα Ραγκαβᾶς ἀνήκει σὲ σημαντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Ἀθήνας, τῆς ὁποίας τὸ γνωστότερο μέλος ἦταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ Α΄ ὁ Ραγκαβέ (811-813).

Ἡ ἐκκλησία χτίστηκε ἀρχικὰ τὸν 9ο αἰώνα, ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο, γιὸ καὶ συναυτοκράτορα τοῦ Μιχαὴλ Α΄, μὲ ὑποδομὴ ἀρχαίου ναοῦ (ἕνα κιονόκρανο ἰωνικοῦ ρυθμοῦ εἶναι ἐντοιχισμένο στὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα στηρίζεται σὲ ἕνα κομμένο καὶ ἀνεστραμμένο κιονόκρανο ἐξελιγμένου κορινθιακοῦ τύπου) καὶ ἀφοῦ καταστράφηκε ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία, ξαναχτίστηκε διακόσια χρόνια μετά, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἀκμῆς τῆς Ἀθήνας.

Ὁ ναὸς ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴ μεσαιωνικὴ Ἀθήνα. Ἀρχικὰ ἦταν ἰδιωτικός, ἀλλὰ τελικὰ ἔγινε καὶ παραμένει ἕως σήμερα ἐνοριακός.

Οἱ εἰδικοὶ χρονολογοῦν τὸ ὑπάρχον κτίριο στὸν 11ο αἰώνα (1040-1050) λόγω τῶν στυλιστικῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα πολυάριθμων ἐκκλησιῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.

Μετὰ τὸν 11ο αἰώνα ὑπέστη σημαντικὲς ἀλλαγὲς καὶ προσθῆκες. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς πόλης.

Ὁ ναὸς ἀπέκτησε τὴ σημερινή του μορφὴ μετὰ τὶς ἐργασίες συντήρισής του τὸ 1979-1980, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἀπεκαλύφθησαν ἀρκετὰ πρωτότυπα στοιχεῖα, ὅπως ὁ τροῦλος, ἡ ὀροφὴ καὶ ἡ βόρεια πλευρά. ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι τετρακιόνιος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μὲ τροῦλο.

Στὴν ἐξωτερικὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ εἶναι ὁρατὴ ἡ μεσοβυζαντινὴ διαρρύθμιση τῶν προσόψεων καὶ τῶν περιθωρίων. Οἱ μεγάλες κάθετες πλάκες εἶναι τοποθετημένες παράλληλα στὸ κάτω μέρος τοῦ τοίχου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ σχηματίζουν σταυρό (βλέπε ἐξωτερικὸ ναοῦ κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο διπλὸ παράθυρο - ἀνατολικά).

Ἡ τοιχοποιία ἀκολουθεῖ τὸν πλινθοπερίκλειστο τύπο, δηλαδὴ ἔχουν χρησιμοποιηθῆ λαξευμένες πέτρες μὲ τέσσερεις πλευρές, περιστοιχισμένες ἀπὸ τούβλα. Ἡ τεχνοτροπία αὐτὴ διακρίνεται στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν μερικὲς διακοσμητικὲς κουφικὲς διατάξεις τούβλων καὶ ἔχουν, ἐπίσης, χρησιμοποιηθῆ πολυάριθμα ἀρχαῖα ἀρχιτεκτονικὰ ὑλικά, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε συχνὸ φαινόμενο τοῦ 11ου αἰώνα.

Ἕνα ἰδιαίτερο διακοσμητικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ ὀδοντωτὲς ταινίες (ἁπλές, διπλὲς καὶ τριπλές), οἱ ὁποῖες περιτρέχουν τὸ ἐξωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ὁ τροῦλος εἶναι μικρὸς ὀκταγωνικὸς καὶ ἀνήκει στὸν ἀθηναϊκὸ τύπο ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸς τῆς περιόδου ἐκείνης.
Τὸ Παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς

Γιὰ ἐνοριακοὺς λόγους τὸ 1838 ἔγινε ἐπέκταση τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Εἶναι μονόκλιτο καμαροσκέπαστο. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐπένδυση τῆς κεραμοσκεποῦς ὀροφῆς εἶναι κατασκευασμένη μὲ ξυλοθετήματα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ εἶναι τῆς ἰδίας περιόδου.
Ἀργότερα ὁ ναὸς ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικὰ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ νάρθηκα καὶ τοῦ κωδωνοστασίου, ἐνῶ οἱ ἀψίδες στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ πῆραν τὴ μορφὴ ἑνοποιημένου ἀντερείσματος (ἀντιστηρίγματος).

Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ
Παρὰ τὴ μακρόχρονη ἱστορία του, ὁ ναὸς ἔχει λίγες ἁγιογραφίες, νεότερες καὶ κρητικῆς ἐπίδρασης.
Φαίνεται ὅτι στὸν παλιὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα δὲν ὑπῆρχαν τοιχογραφίες οὔτε ψηφιδωτὰ ποὺ νὰ ἔγιναν μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλους ναοὺς τῆς ἴδιας περιόδου, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ δύο ἡμικυκλικὲς κορνίζες στὶ Ἱερὸ Βῆμα, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ δύο κιονόκρανα καὶ καταλήγουν στὴν κόγχη τῆς Πλατυτέρας, καὶ οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ εἶναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Σκεπασμένες ἁγιογραφίες δὲν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ ἔρευνα ποὺ ἔγινε. Ὑπάρχουν ὅμως φορητὲς εἰκόνες, ποὺ εἶναι ἀφιερώσεις πιστῶν καὶ κοσμοῦν τὸ τέμπλο καὶ τὰ προσκυνητάρια.

Στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ψηλὰ στὸ τέμπλο, ὑπάρχουν οἱ μικρές, ἐλαφρὰ ἡμικυκλικὲς εἰκόνες ρωσικῆς κατασκευῆς, πιθανότατα φερμένες κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὴ Ρωσία.

Ἐντύπωση προκαλοῦν καὶ οἱ δύο βυζαντινὲς εἰκόνες, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ χρυσὸ φόντο καὶ πολλὲς παραστάσεις γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἀποτελοῦν κειμήλια τοῦ ναοῦ καὶ φυλάσσονται.

Ἡ ἱστορικὴ Καμπάνα
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἡ χρήση καμπανῶν ἀπαγορευόταν μὲ διάταγμα (τσαλί).

Στὶς 24 Μαΐου 1833, ὅταν τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα παρέδωσαν τὸ φρούριο τῆς Ἀκρόπολης,
ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀνύψωση τῆς ἑλληνικῆς σημαίας χτύπησε καὶ ἡ καμπάνα αὐτή, ποὺ βρισκόταν σὲ κρύπτη καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸν πρόναο τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καταργήθηκαν τὰ ξύλινα σήμαντρα, καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἦταν ἡ πρώτη, στὴν ὁποία ἐπετράπη νὰ χρησιμοποιήσῃ καμπάνα. Στὶς 13 Δεκεμβρίου 1834 ἡ κυβέρνηση μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸ Ναύπλιο στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ἴδια μέρα ἐνθρονίστηκε ὁ Ὄθωνας, ὁπότε χτύπησε καὶ πάλι ἡ καμπάνα αὐτή.

Ἡ καμπάνα εἶναι κατασκευασμένη στὴν Κινέτα τῆς Ἰταλίας καί, ὅπως γράφει στὰ λατινικά, εἶναι «ἔργο Ἀλεξάνδρου καὶ ἀδελφοῦ, τῆς πόλης Κινέτα». Ἔχει ἀνάγλυφο τὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὴ μάχαιρα (τοῦ Πνεύματος) καὶ τὴ Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, μὲ κρίνο στὸ χέρι.

Ἡ καμπάνα ἦταν ἐπίσης ἡ πρώτη ποὺ σήμανε τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1944 καὶ κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἔπαρσης τῆς ἐλληνικῆς σημαίας στὴν Ἀκρόπολη.

Κάθε χρόνο, στὶς 25 Μαρτίου, τελεῖται Δοξολογία στὸν ναό, καὶ στὸ τέλος χτυποῦν τὴν καμπάνα ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, γιὰ νὰ ζωντανέψουν μὲ χαρὰ τὶς ’μέρες ἐκεῖνες τῆς ἀπελευθέρωσης ὅπου ἡ ἴδια καμπάνα, μὲ τοὺς ἴδιους ἀναλλοίωτους ἥχους, σκόρπισε τὸ μήνυμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους ἔπειτα ἀπὸ 400 χρόνια δουλείας. 









































Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

Ἱερός Ναός τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, Ἁγία Παρασκευή, Ἀττική

Δύσκολο να το φανταστεί κανείς αλλά μόλις λίγες δεκαετίες πίσω, η Αγία Παρασκευή ήταν εξοχή. Το όνομα του δήμου οφείλεται στην ομώνυμη εκκλησία επί της Λεωφόρου Μεσογείων. Αρχικά ήταν ένα μικρό ξωκκλήσι, με εμβαδόν μικρότερο από 40 τ.μ. στην άκρη ενός χωματόδρομου σε ένα περιφραγμένο οικόπεδο 4 στρεμμάτων. Δεν διέθετε ιερέα ή ψάλτη και το φώτιζαν μόνο τα καντήλια του. Το 1931, με την επίσημη ίδρυση του συνοικισμού και την ανάπτυξη της πόλης, αποφασίστηκε η πρώτη επέκταση και κάπου το 1950 η εκκλησία πήρε τη σημερινή της μορφή. Η αγιογράφησή της κράτησε πάνω από 15 χρόνια.










Πλατεία Αγίας Παρασκευής, Αγία Παρασκευή 153 42, Αττική
Τηλ Ιερού Ναού: 210.6390.984, FAX: 210.6016.128

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Προφήτης Ηλίας Αγίας Παρασκευής Αττικής

Ο Ιερός Ναός Προφήτου Ηλιού, βρίσκεται στους πρόποδες του Υμηττού, πλησίον του κέντρου ερευνών “Δημόκριτος”, στην οδό Προφήτου Ηλιού αριθμός 17 στο Δήμο της Αγίας Παρασκευής. Προϋπήρχε Ναϊδριο στη θέση κτήματος Τσακού, τα έτη 1946 – 1950. Ο πρώτος Ναός ιδρύθηκε το 1935 από τον κ. Γεώργιο Α. Κατερνιά. Ο Ιερός Ναός θεμελιώθηκε στις 3 Αυγούστου του 1958,  αδεία και ευλογία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Θεοκλήτου υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αργυροκάστρου κ.κ. Παντελεήμονος.

Η ανοικοδόμηση του Ιερού Ναού, άρχισε το 1957 και ολοκληρώθηκε το 1966. Εγκαινιάσθηκε εντολή του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Σεραφείμ, υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Διαυλείας κ.κ. Αλεξίου την 23ην Νοεμβρίου 1980.

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού ονομάσθηκε: «Φιλοπρόοδος Σύλλογος Ο Προφήτης Ηλίας» και τα μέλη του ήταν τα εξής:

  • Γεώργιος Α. Κατερνιάς
  • Ταξιάρχης Ι. Κωστόπουλος
  • Σπυρίδων Α. Ιατρού
  • Ανδρέας Π. Σακελλαρίου
  • Το Πρώτο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού αποτελείτο από τους:
  • Ιερεύς Ηλίας Σ. Μπισιάς-Δημοδιδάσκαλος
  • Γεώργιος Κ. Αλεξάνδρου
  • Παναγιώτης Χ. Παπατσιώρης
  • Αλέκος Ν. Φωτόπουλος
  • Ιωάννης Γ. Μαθιουδάκης
  • Γεώργιος Α. Μπάρλας
  • Κωνσταντίνος Ν. Ξενιώτης
  • Αριστείδης Α. Χατζηανέστης

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού είναι βυζαντινός σταυροειδής μετά τρούλου, έργο του αειμνήστου Αρχιτέκτονα Γεωργίου Νομικού.

Οι αδελφοί Μπαλλογιάννη ξεκίνησαν την αγιογράφηση του Ιερού Ναού το έτος 1978 από το Ιερό Βήμα, τον Τρούλο και τη Νότια πλευρά και συνέχισαν το έργο έως περατώσεώς του το έτος 1992.

Ο Ισόγειος χώρος του Ναού εγκαινιάσθηκε από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Σεραφείμ στις 19 Ιουλίου 1984. Σε αυτόν δημιουργήθηκε το Παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων και χώρος ο οποίος διαμορφώθηκε σε πνευματικό κέντρο, αίθουσα διαλέξεως, γραφεία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου,  βιβλιοθήκη και κουζίνα. Σ’ αυτό το χώρο μέχρι το 2004, πραγματοποιούνταν όλο το κοινωνικό, πολιτιστικό και φιλανθρωπικό έργο του Ιερού Ναού.

Ο Ιερός Ναός είναι τρισυπόστατος και τιμάται στον Ένδοξο Προφήτη Ηλία το Θεσβίτη. Στο δεξιό κλίτος του Ιερού Ναού υπάρχει Παρεκκλήσιο της Αγίας Αικατερίνης, το οποίο εγκαινιάσθηκε την 25η Νοεμβρίου 1990 αδεία και ευλογία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Σεραφείμ υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κ. κ. Αντωνίου. Επίσης στο αριστερό κλίτος του Ιερού Ναού υπάρχε Παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων, το οποίο εγκαινιάστηκε την 29η Ιουνίου 1997 αδεία και ευλογία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Σεραφείμ υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Χριστουπόλεως κ. κ. Πέτρου.

Με την αγορά με προσύμφωνο το 2004 οικοπέδου 800τ.μ. μετά διωρόφου κατοικίας εφαπτόμενο με τον Ιερό μας Ναό, εγκαταστήσαμε όλες τις δραστηριότητες της ενορίας μας και το ονομάσαμε ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ. Στο χώρο αυτό στεγάσαμε:

α) το Κέντρο Ενοριακής Αγάπης.

β) την Ενοριακή Νεανική Εστία.

γ) τη βιβλιοθήκη του Ναού μας, καθώς επίσης δημιουργήσαμε αποθήκη, wc, ως και χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων απολύτως απαραίτητα για μια σύγχρονη Ενορία.

Σήμερα το Ενοριακό Κέντρο αυτό προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον άνθρωπο κάθε φυλής και ηλικίας, όπου διανέμονται δέματα τροφίμων ρουχισμού-γεύματα αστέγων και ηλικιωμένων ανθρώπων. Η Ενοριακή Νεανική Εστία, διαπαιδαγωγεί νέα παιδιά με την παραδοσιακή βυζαντινή μουσική, την τέχνη της αγιογραφίας και ζωγραφικής, πραγματοποιούνται κατηχητικές συντροφιές και δύο αιμοδοσίες κατ’ έτος για τα παιδιά που πάσχουν από μεσογειακή αναιμία. Το Ενοριακό Φιλόπτωχο Ταμείο προσφέρει ενοίκια, φάρμακα και βοηθήματα στους έχοντες ανάγκη ενορίτες. Η δραστηριότητα αυτή ήταν αναγκαία και επιτακτική και θεωρούμε ότι αποτελεί έργο ζωής για την Ενορία μας.

Πρόσθετες Πληροφορίες
  • Οδός: Προφήτου Ηλιού 17, Αγ. Παρασκευή 153 41
  • Τηλ Ιερού Ναού: 210.6399.692 FAX: 210.6013.715

Πηγή: iaathethelontismos.gr

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Το Βυζαντινό Εκκλησάκι του Χριστού στην Άσκρη

Η εκκλησία του Χριστού είναι κτισμένη στο βορειοδυτικό άκρο του οροπεδίου του Χριστού, με πολύ καλή θέα προς τους αμπελώνες της Άσκρης, τον Παλιοβορό, τον Πύργο και το Πυργάκι. 
Ο ακριβής χρόνος που κτίσθηκε δεν είναι γνωστός. Πρόκειται για εκκλησία του 9ου αιώνα, που είχε καταρρεύσει σε μεγάλο βαθμό και αναστηλώθηκε το 1969, με πρωτοβουλία της τότε εκκλησιαστικής επιτροπής, την οποίαν αποτελούσαν:
Παύλος Κιούσης, ιερέας
Παναγιώτης Δαμπάνης
Παναγιώτης Μπακλάκος
Λουκάς Πέππας
Χαράλαμπος Πικάσης

Η αναστύλωση έγινε υπό την επίβλεψη της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας με αρχιτέκτονα του τμήματος βυζαντινών αρχαιοτήτων. Η συνδρομή των κατοίκων του χωριού στα έξοδα, ήταν σημαντική.
Είναι βυζαντινού ρυθμού με υπέροχο κτίσιμο, χωρίς όμως σαφή δείγματα αγιογραφιών.
Δεν έχουν χρησιμοποιηθεί υλικά από αρχαίους ναούς, αλλά πέτρες της περιοχής κατάλληλα λαξευμένες. Για την αναστύλωση χρησιμοποιήθηκαν τα παλαιά υλικά μετά από σχολαστικό ψάξιμο.
Για την ύδρευση των προσκυνητών υπήρχε φυσική πηγή που όμως έχει μεταφερθεί υψηλότερα.
Εορτάζει την Δευτέρα της Διακαινησίμου, (Δευτέρα του Πάσχα) και συγκεντρώνει πολλούς πιστούς.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Άγ. Ανδρέας Αγ. Παρασκευής Αττικής

Ο χώρος ανοικοδομήσεως ήταν του Χρήστου Μπάτα. 
Στον χώρο αυτό, στον οποίο υπήρχε ένας βραχώδης λοφίσκος, ο Χρήστος Μπάτας αποφάσισε να κατασκευάσει ένα παρεκκλήσιο δίκην παράγκας το 1970, κι άρχισε να λειτουργεί για τα γύρω σπίτια με λειτουργούς εναλλάξ τον π. Αντώνιο Αλεβιζόπουλο, τον π. Κωνσταντίνο Σαρρή και τον π. Χαράλαμπο Σιώτη. 
Το 1975 διορίστηκε εφημέριος ο πατήρ Ιάκωβος Λάμπρου, ο οποίος το 1980 έθεσε θεμέλιο λίθο και κατασκευάστηκε η πρώτη χρηστή εκκλησία, η οποία απετέλεσε το μεσαίο τμήμα τού υπογείου τού Αγίου Ανδρέου.
Το 1985 συνεχίστηκε η ανοικοδόμησις στον άνω όροφο και το 1988, θανόντος τού πατρός Ιακώβου, συνεχίστηκε η ανέγερσις του άνω ορόφου, ξεκινώντας από τον τρούλο.

Εφημέριος διορίστηκε ο Πορφύριος Δελλής, κι είχαν προηγηθεί οι διορισμοί του πατρός Αντωνίου Κρίβα, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, και του πατρός Αλεξάνδρου Αρχοντουλάκη.

Ο άνω όροφος άρχισε να λειτουργεί το 1991. Επεκτάσεις του Ναού έγιναν από το 2001 και κατόπιν βορείως, νοτίως και δυτικώς του Ιερού Ναού, και ο Ναός έλαβε την σημερινή ολοκληρωμένη του μορφή.

Σε αυτό το διάστημα, το 1996, διορίστηκε συνεφημέριος ο πατήρ Μάξιμος Δημητρακόπουλος  και το 2000 ο πατήρ Γεώργιος Αναστασόπουλος και ο πατήρ Ανδρέας Κονάνος. Το 2009, διορίστηκε εφημέριος ο πατήρ Σωκράτης Κουζέλης, ο οποίος μαζί με τον πατέρα Πορφύριο, παραμένουν ακόμα και σήμερα (2015) εφημέριοι του Ναού.

Ο Ναός διαθέτει 11 παρεκκλήσια:

Στον άνω όροφο του Αγίου Φανουρίου και των Αγίων Ενδόξων Πορφυρίων βορείως, του Αγίου Χριστοφόρου νοτίως. Ομοίως νοτίως τού Ιωσήφ τού Μνήσθορος, Δαυίδ Βασιλέως και Ιακώβου Αδελφοθέου.

Στον κάτω όροφο υπάρχουν τα παρεκκλήσια 

1) Σεργίου Βάκχου και Σώζοντος, 2) Μάμμαντος, Κηρύκου και Ιουλίττης, Μαρίας Αιγυπτίας και Ζωσιμά, 3) παρεκκλήσιον πάντων Αθηναίων Αγίων και Φιλοθέης της Αθηναίας, των Οσίων και Θεοφόρων Μητέρων Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, Ευφημίας της Πανσόφου και της Αγίας Ενδόξου Μάρτυρος Φεβρωνίας, 4) των Οσίων και Θεοφόρων Βαρσανουφρίου του Μεγάλου και Ιωάννου του Προφήτου (των Εγκλείστων και πάντων των ένα ασκήσει Λαμψάντων Αγίων), και 5) Η Τράπεζα του Ναού η οποία χρησιμεύει σε καθημερινές Θείες Λειτουργίες αφιερωμένη στους Αγίους Σαμψών τον ξενοδόχο, Ευφρόσυνον τον μάγειρον, Χρήστον τον κηπουρόν και στις Οσίες Μητέρες Πηνελόπη και Ευφροσύνη.

Ομοίως λειτουργεί εκτός του Ναού προς την Οδό Ψαρών, εικονοστάσιον του Αγίου Τιμοθέου επισκόπου Ευρίπου το οποίο λειτουργείται και αυτό εις την μνήμην του.

Εφημέριοι

  1. Δελλής Πορφύριος (Α’)
  2. Κουζέλης Σωκράτης (Β’)

Πρόσθετες Πληροφορίες

  • Οδός: Ψαρών 57, 153 43, Αγία Παρασκευή, Αττική
  • Τηλ Ιερού Ναού: 210.6391.655




Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Ιερός Ναός Αγίου Αποστόλου Φιλίππου (Μοναστηράκι)

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου βρίσκεται στην περιοχή της παλιάς Αθηναϊκής συνοικίας της Βλασσαρούς, όπου κατοικούσε ο νεομάρτυρας Μιχαήλ ο Πακνανάς (+ 9 Ιουλίου 1771), που μνεία του μαρτυρίου γίνεται σε στύλο του ναού του Ολυμπίου Διός.

Η τοποθεσία λοιπόν του ναού του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου ευρίσκεται ανάμεσα στο Μοναστηράκι και το Θησείο, στη συμβολή των οδών Αγίου Φιλίππου 20 και Αδριανού 19, απέναντι από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος οδηγεί στην στοά του Αττάλου. Ακριβώς στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, εκεί που συναντώνται μνήμες ιστορικές με το σήμερα, άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες.

Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή περίπου τον 9ομ.Χ. αιώνα στον χώρο κτίστηκε τρίκλιτη βασιλική, που ίχνη της σώζονταν, σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες, κάτω από το δάπεδο του σημερινού ναού, ενώ αργότερα, στη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, οικοδομήθηκε άλλη, η οποία καταστράφηκε το 1826-1827 από την επιδρομή του Κιουταχή, για ν’ αναστηλωθεί εκ νέου το 1833. Η σαθρότητα όμως του οικοδομήματος επέβαλε το 1960 την ανέγερση του σημερινού ναού, επάνω στα παλαιά θεμέλια, ύστερα από απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού. Από την παλαιά εκκλησία διατηρήθηκε το τέμπλο, έργο του έτους 1849. Άλλες εκτενέστερες επισκευές, αναγκαίες λόγω των σεισμών του 1981 και του 1999, έγιναν πρόσφατα, με αποτέλεσμα ο ναός να λάβει τη σημερινή κομψή του μορφή.

Οι πρώτες αγιογραφίες των  πλευρών, του Θόλου Της Πλατυτέρας και του Ιερού Βήματος, έγιναν μεταξύ 1965 – 1970, από τον αγιογράφο Ν. Βασιλόπουλο. Η αγιογράφηση των τοξοειδών τοίχων και της οροφής έγινε από τον μαθητή του Φώτη Κόντογλου, Δημήτριο Κεντάκα. Το τέμπλο και το δεσποτικό είναι ξυλόγλυπτα έργα του 1842, εξαιρετικής τέχνης, με στοιχεία νεοκλασσικισμού και έντονη διακοσμητικότητα. Οι εικόνες του τέμπλου χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και διέπονται από  τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής, με σαφείς επιρροές από την Δυτική τέχνη στο πλάσιμο των προσώπων και στην ποικιλία των μοτίβων που διακοσμούν τα ενδύματα.

Στον τόπο όπου έχει κτισθεί η σημερινή, τρίτη στη σειρά, εκκλησία, σύμφωνα με τις Απόκρυφες Πράξεις του Αποστόλου Φιλίππου, ο Άγιος αντιμετώπισε θαυματουργικά («εβύθισε ζώντα») τον Αρχιερέα (η Γραμματέα) των Ιουδαίων Ανανία, ενώ, σύμφωνα με άλλη παράδοση, που διασώζει ο αοίδιμος αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Παπαδόπουλος, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αποστόλου, ο όποιος, πάντοτε κατά την παράδοση, δίδαξε επί δύο χρόνια στην Αθήνα.

Σε αυτήν την εκκλησία του Αγίου Φιλίππου φυλάσσεται μικρό τεμάχιο από το ιερό του λείψανο, που παραχωρήθηκε τον Ιούλιο του 1989 από τη Μονή Agostiniane S. Lucia της Ρώμης. Επίσης φυλάσσονται οι εφέστιες εικόνες της Παναγίας, που προέρχεται από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασαρούς (που υπήρχε μέσα στην Αρχαία Αγορά και κατεδαφίστηκε το 1932), καθώς και της Αγίας Παρασκευής, που υπήρχε ατή ομώνυμη εκκλησία που βρισκόταν ατή συμβολή των οδών Ηφαίστου και Νίσου.

Εντός του Ι. Ναού φυλάσσονται επιπλέον εικόνες που χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα και ιερά σκεύη από παλαιά ναϋδρια της γύρω περιοχής που δεν υπάρχουν πια, όπως της Παναγίας της Βλασσαρούς και της Υπαπαντής, αλλά και από τον ιστορικό Ναό των 12 Αποστόλων (10ος αι.) που βρίσκεται εντός της Αρχαίας Αγοράς. Επίσης στην εκκλησία φυλάσσονται τεμάχια από τα Ι. Λείψανα των αγίων Αποστόλων Φιλίππου, Πέτρου και Θωμά, των αγίων Ευτυχίου, Μαρίνης, Ταρσιζίου καθώς και του αγίου Λουκά αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως του ιατρού.

Ο Ναός  εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου (μνήμη του αγίου Αποστόλου Φιλίππου), ενώ παράλληλα τιμά τον άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ τον Πακνανά (9 Ιουλίου) και τον άγιο Λουκά αρχιεπίσκοπο Κριμαίας τον ιατρό (11 Ιουνίου).

Η συνοικία της Βλασσαρούς, έχει πάρει το όνομά της από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από τον Βράχο της Ακροπόλεως, στο εσωτερικό του αρχαιολογικού χώρου, όπου σήμερα βρίσκεται η αρχαία Αγορά. Εκτεινόταν περίπου στο μέσον της ευθείας του αρχαίου Ναού του Ηφαίστου με την στοά του Αττάλου. Στην απογραφή της 26ης Οκτωβρίου του 1824 (η οποία έγινε με την υψηλή επιστασία του στρατηγού Γκούρα) ο μαχαλάς της Παναγίας Βλασσαρούς είχε 66 σπίτια και 329 κατοίκους και ήταν ο 5ος ή 6ος σε μέγεθος μαχαλάς της Αθήνας, από τους συνολικά 35.

Η σημερινή οδός του Αγίου Φιλίππου, είναι προέκταση της οδού Κραϊσκάκη, ακολουθεί την χάραξη του αρχαίου δρόμου των «Στοών», ο οποίος οδηγούσε από την αγορά στις Αχαρνικές Πύλες της πόλης και αποτελούσε την κύρια αρτηρία τροφοδοσίας της αγοράς με αγροτικά προϊόντα.

Ο Ναός παραμένει ανοιχτός Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο 07.00 – 13.00 και 17.00 – 20.00, Πέμπτη 17.00 – 20.00 και Κυριακή 07.00 – 18.00.

Πρόσβαση με Μετρό από τους σταθμούς Μοναστηράκι και Θησείο.

Τηλ. - Φαξ Ι. Ναού: 210 – 3212580.

Πηγές :

Ενωμένη Ρωμηοσύνη 

Αρχιτεκτονικά ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης, θολωτής βασιλικής με απλό υπερώο και κωδωνοστάσιο και έχει κτιστεί πάνω σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Η δεύτερη εκκλησία, η οποία δε σώζεται, ήταν αποτέλεσμα των ριζικών ανακαινίσεων που έγιναν το 1866, μετά τις καταστροφές από τα στρατεύματα του Κιουταχή Πασά (1826-1827) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας των Αθηνών.

Το έτος 1912 μετονομάστηκε σε «Άγιο Φίλιππο Βλασσαρούς», όταν συγχωνεύτηκε με τον παρακείμενο ναό της Παναγίας Βλασσαρούς. Ο τελευταίος κατεδαφίστηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην αρχαία Αγορά, τα έτη 1932-1937. Τέλος, το 1961 οικοδομήθηκε ο σημερινός ναός του Αγίου Φιλίππου.

Το τέμπλο του ναού είναι έργο του 1849 και προέρχεται από την παλαιότερη εκκλησία. Στον ναό του αγίου Φιλίππου φυλάσσονται τεμάχια από ιερά λείψανα αγίων, μεταξύ αυτών και του Αποστόλου Φιλίππου. Επίσης, φυλάσσονται εικόνες της Παναγίας, προερχόμενες από τον κατεδαφισθέντα ναό της Παναγίας Βλασσαρούς.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Μνημειακοί Ναοί των Αθηνών - Παναγία Ρόμβη

Μπορεί από την Αθήνα, που έζησε σκληρή συνεχή δουλεία εξακοσίων χρόνων, να λείπουν τα αριστουργήματα της Αναγέννησης και οι μεγαλόπρεποι ναοί που συναντάει κανείς σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όμως κάθε γωνία της, τουλάχιστον της παλαιάς πόλης, είναι γεμάτη από κομψότατες εκκλησίες, που μαρτυρούν θαυμαστό πλούτο πίστης και σπάνιας ένθεης τέχνης, που εντυπωσιάζουν όχι μόνο τις φιλόθεες ψυχές, αλλά και τους εραστές της εκλεπτυσμένης ελληνορθόδοξης τέχνης και της ελληνικής Ιστορίας, αφού πολλές από αυτές τις εκκλησίες συνδέονται και με πρόσωπα και γεγονότα του Έθνους τουλάχιστον των τελευταίων χιλίων χρόνων.

Οι μνημειακές εκκλησίες της πόλης, που παρουσιάζονται εδώ με συντομία, είναι είτε παλαιοχριστιανικές βασιλικές (δυστυχώς ερειπωμένες), είτε της βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής (μερικές χαρακτηριστικά κτίσματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή αναπτύχτηκε στην Αθήνα), με εξαίρετα ψηφιδωτά και τοιχογραφίες κατά κανόνα ταπεινών ανώνυμων καλλιτεχνών, είτε ναοί του κέντρου, που οικοδομήθηκαν κυρίως τον 19ο αι., μετά την Απελευθέρωση, και είναι έργα σπουδαίων αρχιτεκτόνων.

Παναγία Ρόμβη Επισκεφθείτε το Ιστολόγιο με της Δραστηριότητες του Ναού και του Ιερέως του
Βρίσκεται στην οδό Ευαγγελιστρίας 10, κοντά στη Μητρόπολη, και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική, που η στέγη της είναι «σύνθετη», αποτελείται δηλαδή από κυλινδρική καμάρα, που ανατολικά και δυτικά καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια, που βαίνουν επάνω σε γωνιαίες κόγχες (ημιχώνια).

Τα κλίτη της χωρίζονται με δύο σειρές κιονοστοιχιών. Είναι αρχικό κτίσμα των βυζαντινών χρόνων (ο τύπος εισήχθη στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 700-1000), που ανακαινίστηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Μεταγενέστερα, στη βόρεια πλευρά προστέθηκε δίκλιτη βασιλική.

Το 1966, με δαπάνες του Τ.Α.Κ.Ε. (σήμερα Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.), στο οποίο ανήκει, και με την επίβλεψη της αρμόδιας Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, έγιναν εργασίες συντήρησης.

Από την αφαίρεση των παλαιών επιχρισμάτων διαπιστώθηκε ότι η τοιχοδομία ήταν κοινής κατασκευής και αμελούς εμφάνισης, και γι’ αυτό έγιναν πάλι επιχρίσματα. Στα 1973-1974 μπροστά στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας βρέθηκαν λείψανα τοιχοποιίας, τμήμα ιωνικής βάσης, δύο τεμάχια αρράβδωτου κίονα και θραύσμα από στόμιο πιθαριού.

Το σημερινό όνομα «Ρόμβη» προήλθε προφανώς από τον ανακαινιστή της (η κτίτορά της), που ανήκε στην οικογένεια Ρόμπη η Ρούμπη, δεδομένου ότι σε παλαιά αθηναϊκά συμβόλαια απαντάται το 1622 ο νοτάριος Ρούμπας.