Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

Η «Κρασοπαναγιά» στα Μέθανα

Το εκκλησάκι της Παναγίας που χτίστηκε από κρασί και χώμα στην άκρη του βράχου. Δείτε από ψηλά την δυσπρόσιτη «Κρασοπαναγιά» στα Μέθανα 

Στη χερσόνησο των Μεθάνων, στο δυτικότερο άκρο της περιοχής, κρυμμένο ανάμεσα σε απόκρημνα και απότομα βράχια, βρίσκεται ένα μικρό εκκλησάκι.

Εξαιτίας της δύσκολης πρόσβασης του, το εκκλησάκι είναι σχετικά άγνωστο σε όσους επισκέπτονται για πρώτη φορά την όμορφη χερσόνησο της βορειοανατολικής Πελοποννήσου.

Το εκκλησάκι είναι σχετικά άγνωστο σε όσους επισκέπτονται για πρώτη φορά την όμορφη χερσόνησο της βορειοανατολικής Πελοποννήσου.

Ο μύθος της «Κρασοπαναγιάς»

Το εκκλησάκι αυτό είναι γνωστό ως «Κρασοπαναγιά».Σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, πριν από πολλά χρόνια, ένας ναυτικός ξεκίνησε ένα ταξίδι με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά. Είχε φορτώσει στη βάρκα του βαρέλια με κρασί, με σκοπό να τα πουλήσει στην Αθήνα.

Φτάνοντας στη χερσόνησο των Μεθάνων, τον έπιασε μεγάλη τρικυμία. Προσευχήθηκε στην Παναγία και έκανε τάμα, αν έβγαινε ζωντανός από την ξαφνική θαλασσοταραχή, θα έχτιζε ένα εκκλησάκι, στο δυτικότερο άκρο των Μεθάνων.

Ο ναυτικός σώθηκε και έχτισε το εκκλησάκι. Λέγεται, μάλιστα ότι αντί να ανακατέψει το χώμα με νερό, για να χτίσει τα θεμέλια της εκκλησίας, το ανακάτεψε με κρασί. Έτσι προέκυψε το όνομα Κρασοπαναγιά. Υπάρχει, ωστόσο, και μία λιγότερο δημοφιλής εκδοχή.

Ο μύθος θέλει το εκκλησάκι να έχει χτιστεί με χώμα και κρασί.

Ο ναυτικός ήταν έμπορος κρασιού, σώθηκε και έχτισε το εκκλησάκι με τα λίγα βαρέλια κρασιού που σώθηκαν από τη φουρτούνα.

Οι κάτοικοι των Μεθάνων, πιστεύουν ακόμη και σήμερα ότι στην Παναγία άρεσε το κρασί, γι’ αυτό προστατεύει τα αμπέλια της περιοχής, από όπου βγαίνει το περίφημο μεθανίτικο κρασί.

Πρόσβαση στην «Κρασοπαναγιά»

Υπάρχουν δύο τρόποι για να επισκεφτεί κάποιος την όμορφη εκκλησία. Ο ένας είναι από τη θάλασσα, με βάρκα ή καΐκι. Το σκαφάκι φτάνει στο απομονωμένο σημείο και στη συνέχεια καταλήγει στον παραπλήσιο κολπίσκο, το Βαθύ. Ο άλλος είναι με τα πόδια, από το μονοπάτι που ξεκινάει από το όμορφο χωριό της Καμένης Χώρας.

Η απόσταση είναι σχεδόν τέσσερα χιλιόμετρα, αλλά είναι πολύ απαιτητική και συνήθως αυτός ο τρόπος πρόσβασης, προτιμάται από λάτρεις της φύσης και γυμνασμένους πεζοπόρους.

Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, μήκους περίπου μισού χιλιομέτρου, χρειάζεται παραπάνω προσοχή καθώς δεν υπάρχει σήμανση, ούτε σαφές μονοπάτι. Οι επισκέπτες χρειάζονται να κατεβούν την απότομη πλαγιά, πατώντας πάνω στα βράχια του ηφαιστειογενούς τοπίου.

Στη χερσόνησο των Μεθάνων, στο δυτικότερο άκρο της περιοχής, κρυμμένο ανάμεσα σε απόκρημνα και απότομα βράχια, βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι Τα νερά γύρω από το εκκλησάκι της «Κρασοπαναγιάς», που «ανοίγονται» στο πέλαγος του Αργοσαρωνικού, είναι καταγάλανα, πεντακάθαρα και πολύ βαθιά.

Κοντά στο εκκλησάκι φτάνουν περίπου τα 130 μέτρα ενώ λίγο πιο μακριά αγγίζουν μέχρι και τα 300 μέτρα βάθος.

Δείτε το όμορφο εκκλησάκι από ψηλά από το UP DRONES YouTube channel:

.mixanitouxronou.


Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Η Παναγία η Παραπορτιανή

Οι εκκλησιές της Μυκόνου είναι αμέτρητες, περισσότερες από τετρακόσιες, καμιά τους όμως δεν είναι μεγάλη, μεγαλόπρεπη.
Οι δημιουργοί τους είχαν την αίσθηση του μέτρου, γι’ αυτό και το μέγεθός τους δεν ξεπερνά εκείνο ενός κλασικού παλαιού μυκονιάτικου σπιτιού.
Η πιο γνωστή και συνάμα πιο εντυπωσιακή εκκλησία της Μυκόνου είναι η Παναγία η Παραπορτιανή.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται όχι για μια απλή εκκλησία αλλά για ένα διώροφο συγκρότημα, που περιλαμβάνει τέσσερις ισόγειους ναΐσκους (Άγιος Σώζων, Άγιοι Ανάργυροι, Αγία Αναστασία και Άγιος Ευστάθιος) και την ανώγεια, υπερυψωμένη Παναγία Παραπορτιανή.

Το σημαντικό αυτό μνημείο των Μεταβυζαντινών Χρόνων (πιθανώς, 16ος/17ος αιώνας) βρίσκεται στην παλαιότερη συνοικία της Χώρας της Μυκόνου, το κατοικημένο από τους Προϊστορικούς Χρόνους Κάστρο, μια γλώσσα ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα αντικρίζοντας την Τήνο προς βορράν.

Η Παραπορτιανή οφείλει την ονομασία της στο γεγονός ότι δίπλα της υπήρχε άλλοτε ένα παραπόρτι, μια μικρή πύλη του επιθαλάσσιου κάστρου της Μυκόνου, άνοιγμα προς τη βραχώδη ακτή.

Τα τρία ναΰδρια του ισογείου, ο Άγιος Σώζων, οι Άγιοι Ανάργυροι και η Αγία Αναστασία, είναι μονόκλιτα καμαροσκεπή και σχηματίζουν τη δυτική πρόσοψη του αρχιτεκτονικού συνόλου, ενώ ο Άγιος Ευστάθιος βρίσκεται στο εσωτερικό του ίδιου επιπέδου και αποτελεί το κέντρο της βάσης του συγκροτήματος.

Το συγκρότημα της Παραπορτιανής με το αψιδωτό καμπαναριό και τους ασύμμετρους όγκους, κτίσμα εξαίρετης πλαστικότητας, φέρνει στο νου ένα είδος πυραμίδας έτσι όπως ορθώνεται εντυπωσιακό σε μια από τις πιο όμορφες κυκλαδίτικες πολιτείες, τη Χώρα της Μυκόνου.
πηγή

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Ο Αϊ Γιώργης ο Σεληνάρης

Η ανδρική Μονή του Αγίου Γεωργίου του Σεληνάρη είναι κτισμένη στην καρδιά του φαραγγιού του Σεληνάρη, κοντά στο Βραχάσι Λασιθίου και στη Νεάπολη. 
Δίπλα από το μοναστήρι περνάει η Εθνική Οδός Ηρακλείου – Αγίου Νικολάου και γι’ αυτό το μοναστήρι δέχεται πολλούς επισκέπτες καθημερινά. 
Για τους Κρητικούς μάλιστα θεωρείται γρουσουζιά να περνάει κάποιος το φαράγγι, χωρίς να σταματήσει στον Άγιο Γεώργιο. 
Αυτό έχει επικρατήσει καθώς παλιά η μονή ήταν ένα σημείο όπου σταματούσαν για να ξεκουραστούν οι ταξιδιώτες και τα ζώα τους. Μάλιστα υπάρχει μια πασίγνωστη μαντινάδα στην Κρήτη που λέει:

Από τα Μάλια όντε περνάς
και πας για Σεληνάρι
ένα κεράκι άναψε
στ’ Αϊ – Γιωργιού τη χάρη

Η μονή κτίστηκε κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο (961-1204) και καταστράφηκε από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538. 
Λίγο αργότερα, τρία αδέλφια από τη Ρόδο εγκαταστάθηκαν στο Βραχάσι, για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. 
Ο ένας από αυτούς, ο Νικόλαος, οδηγήθηκε από ένα φως και βρήκε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο μέρος όπου κτίστηκε το μικρό εκκλησάκι. 
Ο Νικόλαος εγκαταστάθηκε στο Σεληνάρι μέχρι το θάνατο του, όταν τάφηκε σε ένα μικρό σπήλαιο διαστάσεων 1,5 x 1,5 μ. στην κορυφή του Ανάβλοχου, το οποίο λάξευσε ο ίδιος.

Χρόνια μετά το θάνατό του, ένα ροδίτικο καράβι περνούσε και οι ναύτες παρακολούθησαν την αξιοσημείωτη πορεία ενός αστεριού που σταμάτησε πάνω από το σπήλαιο και που έλαμπε σαν ήλιος. Κατάλαβαν τότε ότι ήταν θεϊκό σημάδι, πήγαν στο μέρος αυτό, πήραν τα κόκαλα του και τα πήγαν στη Ρόδο την πατρίδα του. 
Ο Ανάβλοχος με το σπήλαιο βρίσκεται πάνω στην ανατολική πλευρά του φαραγγιού, απέναντι από τη μονή, και μπορείτε να τον διακρίνετε αν κοιτάξετε ψηλά και δείτε το μεγάλο σταυρό. 
Η πρόσβαση ως τον τάφο είναι εφικτή από μονοπάτι, αλλά απαιτεί καλή φυσική κατάσταση.

Το κύριο σώμα του κεντρικού ναού της μονής είναι σύγχρονο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου είναι ο ναός που έκτισε ο Νικόλαος, αλλά με σύγχρονες τοιχογραφίες. 
Χρονολογείται στο 16ο αιώνα και είναι μικρών διαστάσεων, μονόχωρος καμαροσκέπαστος με οξυκόρυφη καμάρα. 
Οι μοναχοί είναι πολύ φιλικοί και πρόθυμοι να ενημερώσουν τους προσκυνητές για την ιστορία του μοναστηριού, στο οποίο λειτουργεί σύγχρονο γηροκομείο, κτισμένο πάνω στα ερείπια των παλιών κελιών της μονής.

Ένας θρύλος για τον Άγιο Γεώργιο στο Σεληνάρι λέει ότι κάποτε ένας βοσκός που πήρε ψεύτικο όρκο το χέρι του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από την εικόνα του Αγίου. Μετά που παραδέχτηκε ότι είπε ψέματα, αμέσως κατάφερε να φύγει. 
Μια άλλη ιστορία για την θαυματουργή εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο Σεληνάρι, λέει ότι πήγε κάποιος και ορκίστηκε “Ορκίζομαι! (είπε!) δεν έκλεψα εγώ τα ζά (ζώα) του κουμπάρου μου!! 
Να βγεί το μάτι μου ανε λέω ψόματα!” 
Είπε και πρίν προλάβει να πατήσει το πλατύσκαλο της εκκλησιάς, κρατούσε το ίδιο του το μάτι μέσα στα δυό του χέρια!

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

Ιερός Ναός Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου

Ο Ιερός Ναός Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου είναι εκκλησία στο Γαλάτσι. Πρόκειται για τρίκλιτη σταυροειδή βασιλική μετά τρούλου αφιερωμένη στην Αγία Γλυκερία, πολιούχο του Γαλατσίου, και αποτελεί τον κεντρικό ναό της ενορίας Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου που υπάγεται στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.

Μάρτυρας της Χριστιανικής Εκκλησίας.
Η μνήμη της οποίας τιμάται στις 13 Μαΐου.

Ο σύγχρονος ναός άρχισε να χτίζεται το 1927 πάνω σε παλαιότερο καθολικό μονής, που σύμφωνα με τις πηγές υπήρχε στην περιοχή από τον 17ο αιώνα. Ήταν εκκλησία βασιλικού ρυθμού με τρούλο, μονόκλιτη με τυφλά τόξα στους κατά μήκος τοίχους. 
Ο νάρθηκας ήταν μεταγενέστερη προσθήκη, ενώ ο θόλος του είχε άξονα κάθετο προς εκείνον του κυρίως ναού. 
Η θεωρία ότι ο παλαιός ναός ανεγέρθηκε από την Αγία Φιλοθέη το 1590 δεν ευσταθεί, καθώς η Φιλοθέη πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1589.
Το 1847 ο Γάλλος μελετητής Πωλ Ντυράν απεικόνισε σε πέντε του σχέδια τοιχογραφίες κτιστού τέμπλου σε ναό μπροστά σε όμορφη εκκλησιά κοντά στην Αθήνα (près d' Athènes)» που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον παλαιό ναό της Αγίας Γλυκερίας.

Τον Ιούνιο του 1892 έγινε πίσω από αχυρώνα που υπήρχε δίπλα στην εκκλησία μια μονομαχία με πιστόλια ανάμεσα στον γραμματέα της τουρκικής πρεσβείας Αλφρέντ Μπέη και τον υπίλαρχο Πιερράκο, στην οποία νίκησε ο πρώτος.

περισσότερα εδώ

Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Προφήτης Ηλίας, Καϊμακτσαλάν. Ένα Σέρβικο Εκκλησάκι

Στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν στα 2.524 μ., βρίσκεται η εκκλησία αφιερωμένη στον Πέτρο και Παύλο, γνώστη στους περισσότερους ως εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Στην περιοχή αυτή την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου διεξήχθησαν τρομερές μάχες μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και των Γερμανό – Βουλγάρων.

Η εκκλησία κτίστηκε το 1920, σε χώρο που παραχώρησαν οι Έλληνες στους Σέρβους με σκοπό να δημιουργήσουν μνημείο για τους νεκρούς τους, από την μάχη που έγινε εκεί το 1916. 
Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχουν στο πάτωμα τοποθετημένες οβίδες. 
Στις εικόνες υπάρχουν αφιερώματα, και στεφάνια στην μνήμη των πεσόντων. 
Στον περίβολο ο φράχτης έχει για παλούκια σχήμα οβίδων οι οποίες ενώνονται μεταξύ τους με συρματόπλεγμα. Περίπου εκατό μέτρα πιο κάτω υπάρχει μνημείο για την μάχη, που στο εσωτερικό του είναι οστεοφυλάκιο.
Στην διαδρομή για το εκκλησάκι, θα βρείτε κάλυκες, υπολείμματα από οβίδες, συρματοπλέγματα και χαρακώματα. Η περιοχή γύρω από την εκκλησία έχει διάσπαρτους τάφους, χαρακώματα και υπολείμματα πολεμικού υλικού.
Σήμερα πολλές ομάδες ορειβατών, χιονοδρόμων και προσκυνητών επισκέπτονται την εκκλησία όλες τις εποχές του χρόνου. Η πρόσβαση είναι σχετικά εύκολη. Τους χειμερινούς μήνες όμως, απαιτείται προσοχή. Η διαδρομή ξεκινάει από τις εγκαταστάσεις του χιονοδρομικού κέντρου και σε περίπου 30 λεπτά λεπτά ανηφορικής πορείας, θα φτάσετε στην εκκλησία και στην κορυφή του όρους Βόρα ή Καϊμακατσαλάν σε υψόμετρο 2.524 μ. που είναι και η τρίτη ψηλότερη στην χώρα μας. 

kaimakinn.gr

Χτισμένο στην μνήμη των Σέρβων που σκοτώθηκαν εδώ στη φονικότατη μάχη με τους Βουλγάρους το1916, σε έδαφος που τιμής ένεκεν παραχωρήθηκε στου Σέρβους, αν και η κορυφή είναι ελληνική. Πρόσφατα περιήλθε και πάλι στην ελληνική κατοχή κατόπιν συμφωνίας με το κράτος των Σκοπίων.

trikalasport.gr




Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Μονή Οσίου Λουκά, Στείρι, Βοιωτία

Η Μονή Οσίου Λουκά, η Αγιά-Σοφιά της Ρούμελης είναι χτισμένη σε υψόμετρο 430 μ. στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα και είναι οικισμός της κοινότητας Στειρίου Βοιωτίας. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσοβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονή και τη Μονή Δαφνίου. Ο Όσιος Λουκάς είναι ωστόσο μεγαλύτερος και διαφέρει από το Δαφνί και τη Νέα Μονή στο ότι είναι αφιερωμένος σε ένα μοναδικό Όσιο, τον Όσιο Λουκά τον Στειργιώτη (29 Ιουλίου 896 – 7 Φεβρουαρίου 953).

Ιστορία

Το μοναστήρι του Οσίου Λουκά βρίσκεται σε γραφική πλαγιά του Ελικώνα σε τοποθεσία όπου βρισκόταν άλλοτε ναός της Στειρίτιδας Δήμητρας και περιβάλλεται από οροπέδιο που καλύπτεται από ελαιώνα. Το φυσικό τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του. Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Από νωρίς ακολούθησε το μοναχισμό και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής στο Κόρφο Κορινθίας. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων του Συμεών. Το 946/947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού και πεθαίνει το 953.

Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επί Ρωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται». Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.

Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β' ή του Βασιλείου Β' ή του Κωνσταντίνου Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ' (Μονομάχου), η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο. Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων: ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 (επί Βασιλείου Β'), ο Στίκας το 1042 (επί Κωνσταντίνου Θ').

Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια. Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.

Αρχιτεκτονική

Ο ναός της Παναγίας, ο παλιότερος στο συγκρότημα, είναι ο μόνος για τον οποίο είναι γνωστό ότι χτίστηκε στην κυρίως Ελλάδα το δέκατο αιώνα.

Ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, ο οποίος διακρίνει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι.

Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διαμέτρου περίπου 9 μ.) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ημιχώνια. Χαρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.

Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.

Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή.

Διάκοσμος

Τοιχογραφία του Ιησού του Ναυή,
12ος με 13ος αι.

Η προφητεία του Οσίου για την ανακατάληψη της Κρήτης τιμάται από την εικόνα του Ιησού του Ναυή στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας (αποκαλύφθηκε κατά την αναστήλωση το 1964), ο Ιησούς θεωρούνταν «μαχητής της πίστης», του οποίου η βοήθεια ήταν αποτελεσματική στους πολέμους ενάντια στους Άραβες. Το Καθολικό περιέχει τα πιο καλοδιατηρημένα σύνολα ψηφιδωτών από την περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης. Όμως το σύνολο δεν είναι ολόκληρο: η αρχική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, στον τρούλο λείπει, όπως και οι μορφές των αρχαγγέλων που τοποθετούνται συνήθως ανάμεσα στα επάνω παράθυρα.

Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μονή ήταν ξακουστή σε όλο το Βυζάντιο για την πολυτελή της διακόσμηση, η οποία απλωνόταν σε όλες τις επιφάνειες. Εκτός από τα τείχη, τη γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, τις τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά (εξαιρετικά εντυπωσιακά στις κοίλες επιφάνειες, το εσωτερικό κοσμούσαν εικόνες, πολυέλαιοι, μεταξωτές κουρτίνες και υφάσματα βωμών (αντιμήνσια). Μόνο ένα τμήμα τους σώζεται σήμερα στη θέση του, κυρίως οι χρωματιστές επενδύσεις των μαρμάρων και τα κιγκλιδώματα των παραθύρων. Παρά τις απώλειες το Καθολικό «δίνει την καλύτερη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κανείς οπουδήποτε σήμερα για τη μορφή του εσωτερικού ενός ναού τους πρώτους αιώνες μετά το τέλος της Εικονομαχίας».

Ειδικότερα, ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Καθολικού περιλαμβάνει:

Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα [που] καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνίου. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Ιερός Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.

Κάστρο Οσίου Λουκά

Στην κορυφή του λόφου της μονής Οσίου Λουκά υπάρχει κάστρο,χτισμένο στη θέση παλαιότερης οχύρωσης. Σώζονται οι τέσσερις πλευρές του τείχους, στην τοιχοποιία του οποίου περιλαμβάνεται ασβεστοκονίαμα και πλινθία.

Κάστρο Οσίου Λουκά

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Ιερά Μονή Κύκκου, Κύπρος

 Η Ιερά Μονή Κύκκου βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, 18 μόλις χιλιόμετρα από την πιο ψηλή βουνοκορφή της Κύπρου, τον Όλυμπο. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 1200 περίπου μέτρων, ανάμεσα σε πλούσια βλάστηση θάμνων και δένδρων, και συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη αφιέρωση των μοναχών στην προσευχή και την άσκηση. Η αδελφότητα όμως της Μονής, που χρονολογεί 900 χρόνια συνεχούς ζωής, δεν περιορίστηκε στα θρησκευτικά της μόνον καθήκοντα. Με τις δραστηριότητές της τη μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Κύπρου. Ανέπτυξε πλούσια εθνική δράση και παρουσίασε μεγάλη κοινωνική προσφορά, που είναι σε όλους γνωστή. Όλα αυτά συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της ορθόδοξης συνείδησης των Κυπρίων, οι οποίοι έζησαν πολλές ιστορικές περιπέτειες και σε αρκετές περιπτώσεις κινδύνευσαν με αφανισμό από τις πολύχρονες δουλείες και τους ξένους κατακτητές, χριστιανούς και αλλόθρησκους.
       Η Ιερά Μονή Κύκκου πάντοτε έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα ιστορικά δρώμενα του τόπου και ακολουθούσε τη μοίρα του λαού, τον οποίο προσπαθούσε να εμψυχώσει, να καθοδηγήσει και να προστατεύσει στις δύσκολές του στιγμές. Γι' αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η Ιερά Μονή Κύκκου ριζώθηκε βαθιά στην ψυχή του και κέρδισε τη φήμη της ενδοξότερης Μονής της Κύπρου.
      Το πλήρες όνομα της Μονής είναι "Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου". Βασιλική ονομάζεται γιατί ιδρύθηκε με προσωπική οικονομική συμβολή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) και Σταυροπηγιακή γιατί στον θεμέλιό της λίθο τοποθετήθηκε σταυρός, γεγονός που στη γλώσσα της διοίκησης της Εκκλησίας σημαίνει ότι το μοναστήρι αυτοδιοικείται, μέσα στα πλαίσια βεβαίως του συνόλου της Εκκλησίας της Κύπρου. Άγνωστη είναι η προέλευση του ονόματος Κύκκος. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, οφείλεται σε ένα αυτοφυόμενο θάμνο της περιοχής, που ονομάζεται και κόκκος. Η παράδοση συνδέει την ονομασία αυτή με το λάλημα ενός πουλιού, που κατά τα βυζαντινά χρόνια τριγυρνούσε στα γύρω βουνά και προανάγγελλε την ίδρυση του μοναστηριού με τους στίχους:
Κύκκου - Κύκκου το βουνί
μοναστήρι θα γενεί
μια χρυσή Κυρά θα μπει
και ποτέ της δεν θα βγει.

Όπως και πράγματι έγινε, αφού στο μοναστήρι, που κτίστηκε στα βουνά του Κύκκου, φυλάσσεται από τα τέλη του 11ου αι. η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της Κυκκώτισσας.

kykkos.org.cy