Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Ιερός Ναός Αγίου Αποστόλου Φιλίππου (Μοναστηράκι)

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου βρίσκεται στην περιοχή της παλιάς Αθηναϊκής συνοικίας της Βλασσαρούς, όπου κατοικούσε ο νεομάρτυρας Μιχαήλ ο Πακνανάς (+ 9 Ιουλίου 1771), που μνεία του μαρτυρίου γίνεται σε στύλο του ναού του Ολυμπίου Διός.

Η τοποθεσία λοιπόν του ναού του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου ευρίσκεται ανάμεσα στο Μοναστηράκι και το Θησείο, στη συμβολή των οδών Αγίου Φιλίππου 20 και Αδριανού 19, απέναντι από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος οδηγεί στην στοά του Αττάλου. Ακριβώς στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, εκεί που συναντώνται μνήμες ιστορικές με το σήμερα, άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες.

Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή περίπου τον 9ομ.Χ. αιώνα στον χώρο κτίστηκε τρίκλιτη βασιλική, που ίχνη της σώζονταν, σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες, κάτω από το δάπεδο του σημερινού ναού, ενώ αργότερα, στη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, οικοδομήθηκε άλλη, η οποία καταστράφηκε το 1826-1827 από την επιδρομή του Κιουταχή, για ν’ αναστηλωθεί εκ νέου το 1833. Η σαθρότητα όμως του οικοδομήματος επέβαλε το 1960 την ανέγερση του σημερινού ναού, επάνω στα παλαιά θεμέλια, ύστερα από απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού. Από την παλαιά εκκλησία διατηρήθηκε το τέμπλο, έργο του έτους 1849. Άλλες εκτενέστερες επισκευές, αναγκαίες λόγω των σεισμών του 1981 και του 1999, έγιναν πρόσφατα, με αποτέλεσμα ο ναός να λάβει τη σημερινή κομψή του μορφή.

Οι πρώτες αγιογραφίες των  πλευρών, του Θόλου Της Πλατυτέρας και του Ιερού Βήματος, έγιναν μεταξύ 1965 – 1970, από τον αγιογράφο Ν. Βασιλόπουλο. Η αγιογράφηση των τοξοειδών τοίχων και της οροφής έγινε από τον μαθητή του Φώτη Κόντογλου, Δημήτριο Κεντάκα. Το τέμπλο και το δεσποτικό είναι ξυλόγλυπτα έργα του 1842, εξαιρετικής τέχνης, με στοιχεία νεοκλασσικισμού και έντονη διακοσμητικότητα. Οι εικόνες του τέμπλου χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και διέπονται από  τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής, με σαφείς επιρροές από την Δυτική τέχνη στο πλάσιμο των προσώπων και στην ποικιλία των μοτίβων που διακοσμούν τα ενδύματα.

Στον τόπο όπου έχει κτισθεί η σημερινή, τρίτη στη σειρά, εκκλησία, σύμφωνα με τις Απόκρυφες Πράξεις του Αποστόλου Φιλίππου, ο Άγιος αντιμετώπισε θαυματουργικά («εβύθισε ζώντα») τον Αρχιερέα (η Γραμματέα) των Ιουδαίων Ανανία, ενώ, σύμφωνα με άλλη παράδοση, που διασώζει ο αοίδιμος αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Παπαδόπουλος, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αποστόλου, ο όποιος, πάντοτε κατά την παράδοση, δίδαξε επί δύο χρόνια στην Αθήνα.

Σε αυτήν την εκκλησία του Αγίου Φιλίππου φυλάσσεται μικρό τεμάχιο από το ιερό του λείψανο, που παραχωρήθηκε τον Ιούλιο του 1989 από τη Μονή Agostiniane S. Lucia της Ρώμης. Επίσης φυλάσσονται οι εφέστιες εικόνες της Παναγίας, που προέρχεται από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασαρούς (που υπήρχε μέσα στην Αρχαία Αγορά και κατεδαφίστηκε το 1932), καθώς και της Αγίας Παρασκευής, που υπήρχε ατή ομώνυμη εκκλησία που βρισκόταν ατή συμβολή των οδών Ηφαίστου και Νίσου.

Εντός του Ι. Ναού φυλάσσονται επιπλέον εικόνες που χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα και ιερά σκεύη από παλαιά ναϋδρια της γύρω περιοχής που δεν υπάρχουν πια, όπως της Παναγίας της Βλασσαρούς και της Υπαπαντής, αλλά και από τον ιστορικό Ναό των 12 Αποστόλων (10ος αι.) που βρίσκεται εντός της Αρχαίας Αγοράς. Επίσης στην εκκλησία φυλάσσονται τεμάχια από τα Ι. Λείψανα των αγίων Αποστόλων Φιλίππου, Πέτρου και Θωμά, των αγίων Ευτυχίου, Μαρίνης, Ταρσιζίου καθώς και του αγίου Λουκά αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως του ιατρού.

Ο Ναός  εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου (μνήμη του αγίου Αποστόλου Φιλίππου), ενώ παράλληλα τιμά τον άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ τον Πακνανά (9 Ιουλίου) και τον άγιο Λουκά αρχιεπίσκοπο Κριμαίας τον ιατρό (11 Ιουνίου).

Η συνοικία της Βλασσαρούς, έχει πάρει το όνομά της από την εκκλησία της Παναγίας της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από τον Βράχο της Ακροπόλεως, στο εσωτερικό του αρχαιολογικού χώρου, όπου σήμερα βρίσκεται η αρχαία Αγορά. Εκτεινόταν περίπου στο μέσον της ευθείας του αρχαίου Ναού του Ηφαίστου με την στοά του Αττάλου. Στην απογραφή της 26ης Οκτωβρίου του 1824 (η οποία έγινε με την υψηλή επιστασία του στρατηγού Γκούρα) ο μαχαλάς της Παναγίας Βλασσαρούς είχε 66 σπίτια και 329 κατοίκους και ήταν ο 5ος ή 6ος σε μέγεθος μαχαλάς της Αθήνας, από τους συνολικά 35.

Η σημερινή οδός του Αγίου Φιλίππου, είναι προέκταση της οδού Κραϊσκάκη, ακολουθεί την χάραξη του αρχαίου δρόμου των «Στοών», ο οποίος οδηγούσε από την αγορά στις Αχαρνικές Πύλες της πόλης και αποτελούσε την κύρια αρτηρία τροφοδοσίας της αγοράς με αγροτικά προϊόντα.

Ο Ναός παραμένει ανοιχτός Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο 07.00 – 13.00 και 17.00 – 20.00, Πέμπτη 17.00 – 20.00 και Κυριακή 07.00 – 18.00.

Πρόσβαση με Μετρό από τους σταθμούς Μοναστηράκι και Θησείο.

Τηλ. - Φαξ Ι. Ναού: 210 – 3212580.

Πηγές :

Ενωμένη Ρωμηοσύνη 

Αρχιτεκτονικά ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης, θολωτής βασιλικής με απλό υπερώο και κωδωνοστάσιο και έχει κτιστεί πάνω σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Η δεύτερη εκκλησία, η οποία δε σώζεται, ήταν αποτέλεσμα των ριζικών ανακαινίσεων που έγιναν το 1866, μετά τις καταστροφές από τα στρατεύματα του Κιουταχή Πασά (1826-1827) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας των Αθηνών.

Το έτος 1912 μετονομάστηκε σε «Άγιο Φίλιππο Βλασσαρούς», όταν συγχωνεύτηκε με τον παρακείμενο ναό της Παναγίας Βλασσαρούς. Ο τελευταίος κατεδαφίστηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην αρχαία Αγορά, τα έτη 1932-1937. Τέλος, το 1961 οικοδομήθηκε ο σημερινός ναός του Αγίου Φιλίππου.

Το τέμπλο του ναού είναι έργο του 1849 και προέρχεται από την παλαιότερη εκκλησία. Στον ναό του αγίου Φιλίππου φυλάσσονται τεμάχια από ιερά λείψανα αγίων, μεταξύ αυτών και του Αποστόλου Φιλίππου. Επίσης, φυλάσσονται εικόνες της Παναγίας, προερχόμενες από τον κατεδαφισθέντα ναό της Παναγίας Βλασσαρούς.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Μνημειακοί Ναοί των Αθηνών - Παναγία Ρόμβη

Μπορεί από την Αθήνα, που έζησε σκληρή συνεχή δουλεία εξακοσίων χρόνων, να λείπουν τα αριστουργήματα της Αναγέννησης και οι μεγαλόπρεποι ναοί που συναντάει κανείς σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όμως κάθε γωνία της, τουλάχιστον της παλαιάς πόλης, είναι γεμάτη από κομψότατες εκκλησίες, που μαρτυρούν θαυμαστό πλούτο πίστης και σπάνιας ένθεης τέχνης, που εντυπωσιάζουν όχι μόνο τις φιλόθεες ψυχές, αλλά και τους εραστές της εκλεπτυσμένης ελληνορθόδοξης τέχνης και της ελληνικής Ιστορίας, αφού πολλές από αυτές τις εκκλησίες συνδέονται και με πρόσωπα και γεγονότα του Έθνους τουλάχιστον των τελευταίων χιλίων χρόνων.

Οι μνημειακές εκκλησίες της πόλης, που παρουσιάζονται εδώ με συντομία, είναι είτε παλαιοχριστιανικές βασιλικές (δυστυχώς ερειπωμένες), είτε της βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής (μερικές χαρακτηριστικά κτίσματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή αναπτύχτηκε στην Αθήνα), με εξαίρετα ψηφιδωτά και τοιχογραφίες κατά κανόνα ταπεινών ανώνυμων καλλιτεχνών, είτε ναοί του κέντρου, που οικοδομήθηκαν κυρίως τον 19ο αι., μετά την Απελευθέρωση, και είναι έργα σπουδαίων αρχιτεκτόνων.

Παναγία Ρόμβη Επισκεφθείτε το Ιστολόγιο με της Δραστηριότητες του Ναού και του Ιερέως του
Βρίσκεται στην οδό Ευαγγελιστρίας 10, κοντά στη Μητρόπολη, και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική, που η στέγη της είναι «σύνθετη», αποτελείται δηλαδή από κυλινδρική καμάρα, που ανατολικά και δυτικά καταλήγει σε τεταρτοσφαίρια, που βαίνουν επάνω σε γωνιαίες κόγχες (ημιχώνια).

Τα κλίτη της χωρίζονται με δύο σειρές κιονοστοιχιών. Είναι αρχικό κτίσμα των βυζαντινών χρόνων (ο τύπος εισήχθη στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 700-1000), που ανακαινίστηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Μεταγενέστερα, στη βόρεια πλευρά προστέθηκε δίκλιτη βασιλική.

Το 1966, με δαπάνες του Τ.Α.Κ.Ε. (σήμερα Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.), στο οποίο ανήκει, και με την επίβλεψη της αρμόδιας Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, έγιναν εργασίες συντήρησης.

Από την αφαίρεση των παλαιών επιχρισμάτων διαπιστώθηκε ότι η τοιχοδομία ήταν κοινής κατασκευής και αμελούς εμφάνισης, και γι’ αυτό έγιναν πάλι επιχρίσματα. Στα 1973-1974 μπροστά στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας βρέθηκαν λείψανα τοιχοποιίας, τμήμα ιωνικής βάσης, δύο τεμάχια αρράβδωτου κίονα και θραύσμα από στόμιο πιθαριού.

Το σημερινό όνομα «Ρόμβη» προήλθε προφανώς από τον ανακαινιστή της (η κτίτορά της), που ανήκε στην οικογένεια Ρόμπη η Ρούμπη, δεδομένου ότι σε παλαιά αθηναϊκά συμβόλαια απαντάται το 1622 ο νοτάριος Ρούμπας.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Μονή Τιμίου Σταυρού Δολιανών

Η Μονή Τιμίου Σταυρού Δολιανών είναι κτισμένη με πέτρα και σκεπασμένη με πλάκες.

Εκείνο που την κάνει μοναδική είναι οι 13 τρούλοι της.

Ο κεντρικός τρούλος μάλιστα είναι διπλός (διώροφος) κάτι εξαιρετικά σπάνιο…

Βρίσκεται σε απόσταση 1.5 χιλιόμετρου από τον οικισμό Δολιανά και 2 χιλιόμετρα από την κοινότητα Κρανιά του Ασπροποτάμου.

Ο πανέμορφος αυτός ναός είναι χτισμένος σε μια ράχη σε υψόμετρο 1.150 μέτρα. Δύσκολα τον εντοπίζεις απ΄τον κεντρικό δρόμο γιατί κρύβεται πίσω από ένα δάσος με πανύψηλα έλατα.

Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για την ιστορία του ναού και αυτά που υπάρχουν στοιχειοθετούν την ιστορία του μνημείου από τον 19ο αι. και μετά. Πρώτη γραπτή αναφορά στο μνημείο γίνεται σε δύο έγγραφα, του 1839 (Φιρμάνι) και 1841 (Απανταχούσα), που αφορούν στην ανακαίνιση και ανοικοδόμηση του ναού.

Ο ναός του Σταυρού, ήταν εξάρτημα της μονής του 1770 (προφορική παράδοση τη χρονολογεί στα 1630), η οποία καταγράφεται ως μονή του Αγίου Νικολάου ενώ σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής ονομάζουν Μονή της Αγίας Ζώνης.

Της μονής αυτής εξάρτημα της ίδιας μονής ήταν ακόμη ένα παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση.

Από τα τρία αυτά ιδρύματα που αποτελούν μετόχια της Ιεράς Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, σώζεται ακέραιος μόνο ο ναός του Σταυρού ενώ τα άλλα δύο όπως και άλλα μνημεία στα γύρω χωριά καταστράφηκαν το φθινόπωρο του 1943 (προφανώς για αντίποινα για την εκτέλεση εκεί 80 Γερμανών αιχμαλώτων), από σφοδρή επιδρομή των Γερμανών.

Πρόκειται για έναν ναό με ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική και έχει μάλιστα χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Χτισμένη με πέτρα και σκεπασμένη με πλάκες, αυτό που κάνει την Μονή Τιμίου Σταυρού να ξεχωρίζει είναι οι 13 τρούλοι της, μαζί με τον κεντρικό που είναι διπλός.

 

Μπαίνοντας κανείς στο εσωτερικό του θα παρατηρήσει ότι είναι αρκετά σκοτεινός με λίγο φως που μπαίνει από τα μικρά παραθυράκια τον τρούλων. Εξωτερικά του ναού υπάρχουν αρκετά λιθανάγλυφα τα οποία είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και σε συνδυασμό με τους τρούλους προσδίδουν στον ναό μια ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια.

Ο καθηγητής (ακαδημαϊκός και αρχιτέκτονας) Παύλος Μυλωνάς τη χαρακτήρισε τον Ναό ως «τον Παρθενώνα του ορεινού όγκου».

Ακολουθεί έναν σύνθετο τύπο, που ο Παύλος Μυλωνάς τον περιγράφει ως «θολοσκεπή βασιλική μετά τρούλων και πολλών αψίδων και εντοπίζει τρεις χρονολογικές φάσεις, με αρχική το έτος 1770».

Ο καθηγητής αναφέρει ακόμη ότι, «εδώ, ο καλλιτέχνης μεταφέρει θαυμάσια αρχιτεκτονικά στοιχεία από μολδαβικά παραδείγματα, οθωμανικά, αρμενικά όπως και παλιά κεντροευρωπαϊκά».

Όλα τα παραπάνω δημιουργούν μια «πολυκυτταρική ευμορφία χώρου», που – σύμφωνα με τον κ. Μυλωνά – μας οδηγεί στο να φανταστούμε τον αρχικό πρωτομάστορα ως έναν άνθρωπο σοφό και κοσμογυρισμένο, που από την πόλη έως τις παραδουνάβιες χώρες πλούτιζε τις γνώσεις του αυτοσχεδιάζοντας, δίνοντας όμως λύσεις παραδεκτές.

Επισκεπτόμενος κάνεις το νομό Τρικάλων και κάνοντας μια βόλτα στην περιοχή, αξίζει να βρεθεί εκεί και να δει από κοντά τον συγκεκριμένο ναό και να θαυμάσει την ξεχωριστή αρχιτεκτονική του. Εκτός από αυτό όμως ο επισκέπτης θα νιώσει μια γαλήνη και θα τον μαγέψει το καταπράσινο τοπίο, τα πανύψηλα έλατα και η φύση.

Το μοναστήρι γιορτάζει στις 14 Σεπτεμβρίου, στην γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και στις 15 Αυγούστου.

athensmagazine.gr

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ - Υμηττός

Ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, του επονομαζόμενου Κυνηγού, -ο Αϊ Γιάννης ο Κυνηγός για τους κατοίκους,- βρίσκεται εντός της ομώνυμης γυναικείας μονής, σε πρόβουνο της βόρειας κορυφογραμμής του Υμηττού σε υψόμετρο 340 μ., με πρόσβαση από την οδό Γραβιάς της Αγίας Παρασκευής, με κατεύθυνση προς τον Υμηττό.
Η θέση της Ιεράς Μονής είναι ιδιαίτερα πλεονεκτική. Η θέα προς τα δυτικά της Αττικής είναι απέραντη, περνάει πάνω από την πόλη, ακολουθεί τις οροσειρές και απλώνεται στη θάλασσα. Ανατολικά ο κάμπος των Μεσογείων, η Λούτσα και το Πάνειον Όρος. Η μεγαλοσύνη του τοπίου ήταν πάντοτε ένας ισχυρός πόλος έλξης για την επιλογή της θέσης των μοναστηριών. Όμως την εποχή της ίδρυσης της Ιεράς Μονής των Φιλοσόφων, -όπως αλλιώς ήταν γνωστή η Μονή του Αϊ Γιάννη-, υπήρχε κι ένας άλλος ισχυρός λόγος. Η εξαιρετική θέα έδινε τη δυνατότητα στους μοναχούς να προειδοποιούνται εγκαίρως για τις κάθε είδους επιδρομές, -που την εποχή εκείνη λυμαίνονταν τον τόπο,- και να διαφεύγουν προς τις απόκρημνες πλαγιές του Υμηττού. Επίσης ο υψηλός περίβολος γύρω από τη Μονή με τις χοντρές ξύλινες πόρτες και τις πολεμίστρες έδινε στους μοναχούς δυνατότητες άμυνας.

Σήμερα βέβαια ο υψηλός περίβολος και η βαριά ξύλινη είσοδος με τον παλιό όμορφο πυλώνα της, εκτός από τη διαφύλαξη της μοναστικής ζωής, προδιαθέτουν τους επισκέπτες για το πέρασμα από την καθημερινότητα και την εξωστρέφειά της σε ένα χώρο ορθόδοξης λατρείας, όπου η ζωή εστιάζεται στην εσωτερικότητα. Ο πολύ όμορφος αύλειος χώρος και η διακριτική και γαλήνια εσωτερική ζωή της Μονής, μας προετοιμάζουν για την είσοδο στο Ναό.
Ο ναός του Αγίου Ιωάννου είναι ένας κομψότατος σταυροειδής εγγεγραμμένος, με τρούλλο, βυζαντινός ναός, του 12ου-13ου αιώνος, με μεγάλο μεταβυζαντινό, επίσης τρουλλαίο, νάρθηκα. Ο τρούλλος στηρίζεται δυτικά σε δύο κίονες με Ιωνικά επιθήματα, που θεωρούνται ως έχοντες θεραπευτική δύναμη κατά των ελωδών πυρετών (θέρμες), γι αυτό και ο Άγιος ονομάζεται και Θερμαστής(1).
Στη θέση αυτή υπήρχε ήδη από την παλαιοχριστιανική εποχή ευκτήριος οίκος, που, προφανώς, κι αυτός με τη σειρά του κτίστηκε επάνω σε αρχαίο ιερό του Απόλλωνα του 4ου π.Χ. αιώνα(2).
Η Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού – των Φιλοσόφων, διατηρήθηκε σε ακμή επί αιώνες και απετέλεσε σημαντικό μοναστικό κέντρο της περιοχής. Διαλύθηκε, όπως και άλλα 410 μοναστήρια, από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών, μετά την απελευθέρωση, και ερημώθηκε ενώ η μεγάλη περιουσία της εκποιήθηκε. Ανασυστάθηκε σαν γυναικεία κοινοβιακή μοναστική κοινότητα το 1975.
Η Ιερά Μονή είναι ανοικτή κάποιες ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας για την επίσκεψη και προσκύνηση του ναού. Ο ναός πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου, την ημέρα της αποτομής της κεφαλής του Ιωάννου του Βαπτιστού, με πανηγυρικό εσπερινό και Θεία Λειτουργία.
_______________
Περιγραφή του Ναού

Ο αρχικός ναός του Αγίου Ιωάννου, που είναι το καθολικό της Ιεράς Μονής, είναι, όπως αναφέραμε, ένας τετράγωνος βυζαντινός ναός, διαστάσεων 6.00 x 6.00 μ. περίπου, στον τύπο των σταυροειδών εγγεγραμμένων ναών με τρούλλο. Περαιτέρω μπορεί να χαρακτηριστεί σαν δικιόνιος ναός, καθόσον ο τρούλλος του στηρίζεται σε δύο μονόλιθους κίονες και στις μετώπες των τοίχων που στηρίζουν το Ιερό. Οι κίονες είναι αρράβδωτοι και φέρουν Ιωνικά κιονόκρανα. Ο αρχικός ναός χρονολογείται στα τέλη του 12ου με αρχές του 13ου αιώνα. Στη ανατολική πλευρά υπάρχει ημιεξαγωνική αψίδα με δίλοβο παράθυρο ενώ άλλα δύο δίλοβα παράθυρα, σε άνισο ύψος μεταξύ τους, υπάρχουν ψηλά στη βόρεια και νότια πλευρά του ναού. Η νότια πλευρά έχει μία ακόμη είσοδο με τρία σκαλιά. Ο τρούλλος είναι κομψός, οκταγωνικός, με κιονίσκους στη θέση των ακμών και μονόλοβα παράθυρα σε κάθε πλευρά, εκ των οποίων απέμειναν τα τέσσερα παράθυρα, τα διαγώνια στα σημεία του ορίζοντα, ενώ τα υπόλοιπα κλείστηκαν, για να δημιουργηθούν μεγαλύτερες επιφάνειες αγιογράφησης.

Η τοιχοποιία του καθολικού, χωρίς μεγάλη επιμέλεια, αποτελείται από ακανόνιστα τοποθετημένους λίθους (αργολιθοδομή), αλλά και πλινθοπερίβλητους πωρόλιθους, σε κάποια σημεία, με αρκετά αρχαία ή παλαιότερα αρχιτεκτονικά μέλη (spolia), άλλα εντοιχισμένα και άλλα στον περίγυρο.

Στο ναό προστέθηκε στους χρόνους της τουρκοκρατίας, κατά το 17ο αιώνα ευρύχωρος νάρθηκας, 6.00 x 6.50 μ. περίπου, που χωρίζεται σε δύο άνισα μέρη, που επικοινωνούν με ένα τοξωτό άνοιγμα. Το πρώτο, ο κυρίως νάρθηκας, στεγάζεται με ένα ευρύ, σφαιρικό, χαμηλό σχετικά τρούλλο, που καταλαμβάνει εσωτερικά ολόκληρο το χώρο. Ο χώρος αυτός έχει μόνο δύο μικρά σχισμοειδή ανοίγματα στον τρούλλο και δύο εισόδους βορείως και νοτίως. Το δεύτερο μικρό δυτικό μέρος του νάρθηκα, που είναι και ο χώρος εισόδου στο ναό, στεγάζεται εσωτερικά με δύο θολίσκους που δε διακρίνονται εξωτερικά.

Η τοιχοποιία του νάρθηκα από αργολιθοδομή, δεν έχει μεγάλους λαξευμένους λίθους όπως το καθολικό. Το δάπεδο είναι κατά τρία σκαλιά υψηλότερο του εδάφους ενώ στη δυτική όψη υπάρχει στον άξονα πολεμιστροειδές παράθυρο και πάνω από αυτό μαρμάρινο ανάγλυφο με τρεις σταυρούς και κομψότατα σχέδια. Από τις υπάρχουσες υποδοχές φαίνεται ότι υπήρχαν και άλλα εντοιχισμένα γλυπτά που είναι άγνωστο πότε αφαιρέθηκαν. Μικρά μαρμάρινά γλυπτά υπάρχουν και στη νότια θύρα του νάρθηκα.

Νοτίως του νάρθηκα έχει προστεθεί μεταγενέστερα μονόκλιτη ανοιχτή τοξωτή στοά, πιθανόν το 18ο αιώνα, που καταλαμβάνει ολόκληρο το πλάτος του νάρθηκα.

Στον περίβολο, μέσα σε περιφραγμένο χώρο, νοτίως δίπλα στη στοά, διατηρείται ο μαρμάρινος κιονίσκος με τις αρές, δηλ. τις κατάρες για όποιους καταπατούσαν τους αμπελώνες του μοναστηριού.
_______________
Εσωτερικό του Ναού - Τοιχογραφίες

Εσωτερικά ο ναός ήταν παλιότερα όλος αγιογραφημένος. Σε πολλά σημεία ο ναός φέρει τρία αλλεπάλληλα στρώματα αγιογραφιών, που όμως έχουν σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί. Σε χρόνους ερημώσεως χωρικοί σοβάτισαν εξωτερικά και εσωτερικά το ναό, «σκαλίζοντας» τις αγιογραφίες για να πιάσει ο νέος σοβάς και τις κατέστρεψαν. Ωστόσο διασώζονται αγιογραφίες στο καθολικό και στο νάρθηκα, όσες αποκαλύφθηκαν τυχαία κάτω από το σοβά, που είναι μεταγενέστερες, του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα. Όμως υπάρχουν και παλαιότερα στρώματα ζωγραφικής στον κυρίως ναό και στο Ιερό, ως επί το πλείστον σπαράγματα ενδυμασίας, που χρονολογούνται στη βυζαντινή εποχή (2).

Ο ναός είχε αρχικά ένα ωραιότατο μαρμάρινο ανάγλυφο τέμπλο με θαυμάσιες διακοσμήσεις. Ένα τεμάχιο του τέμπλου χρησιμοποιήθηκε από τους Tούρκους σε κτίριο της Ακρόπολης και φέρει θαυμάσια διακόσμηση και επιγραφή του 1205. Σήμερα μόνο το ένα επιστήλιο υπάρχει στο τέμπλο ενώ τα άλλα τεμάχια είναι απομιμήσεις.

Ο φυσικός φωτισμός του καθολικού είναι αρκετός από τα δύο δίλοβα παράθυρα και τα τέσσερα μονόλοβα του τρούλλου. Στο Ιερό εκτός από το δίλοβο παράθυρο της κόγχης άλλα δύο μικρά μονόλοβα παράθυρα, ένα ανατολικά στην πρόθεση και ένα νοτίως στο διακονικό. Ο φωτισμός του νάρθηκα είναι ελάχιστος από τα δύο μικρά σχισμοειδή ανοίγματα του τρούλλου, αν αγνοήσουμε τις θύρες.
_______________
Αισθητική θεώρηση του Ναού.

Το καθολικό του ναού, όπως συμβαίνει συνήθως στους βυζαντινούς ναούς, διατηρεί αναλογίες που αναδεικνύουν το αίσθημα το Ωραίου, ενώ είναι σαφής η διακριτική υπερίσχυση του κατακόρυφου στοιχείου, που κατευθύνει προς τα Άνω, όπως π.χ. οι απολήξεις των αετωμάτων ή ο κάπως υψίκορμος τρούλλος με τους κιονίσκους, με μια κλιμάκωση όμως των επιφανειών και των στοιχείων του, ώστε να μη χάνεται η επαφή με τις ανθρώπινες διαστάσεις. Στο εσωτερικό η κατακόρυφη διάσταση υπερισχύει ακόμα περισσότερο, ενισχύοντας το εξυψωτικό στοιχείο, όμως και πάλι υπάρχει κλιμάκωση των υψών από τις τοξωτές επιφάνειες στο δεσπόζοντα τρούλλο, ώστε να διατηρούνται οι αναλογίες και η συνέχεια της μετάβασης.

Η αισθητική του νάρθηκα διαφοροποιείται ελαφρά, αφού ο τρούλλος χαμηλότερος και ευρύτερος, καταλαμβάνει εσωτερικά ολόκληρο το χώρο του κυρίως νάρθηκα, και αναδύει περισσότερο το αίσθημα της αγκαλιάς για τους πιστούς, εκπληρώνοντας ίσως μια βαθύτερη ανάγκη όταν δημιουργήθηκε ο νάρθηκας, στα σκληρά χρόνια της τουρκοκρατίας.
_______________
Ιστορία - Παράδοση

Πολύ λίγα στοιχεία διασώζονται για τη ζωή και τη δράση της Μονής. Κάποια στοιχεία σώζονται από μαρμάρινες επιγραφές και κάποιες άλλες πληροφορίες από τις επιστολές του Μητροπολίτη των Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου (Χωνιάτη), ο οποίος και διατηρούσε αλληλογραφία με τον καθηγούμενο της Μονής. Όσον αφορά την επωνυμία «Κυνηγός» στη Μονή, κατά τον Διονύσιο Σουρμελή προέρχεται από το ότι η θέση της Μονής είναι το «κυνηγέσιον μέρος του Υμηττού». Όμως αυτό είναι ανακριβές, καθόσον σε επιστολή ο Μιχαήλ Χωνιάτης αναφέρεται στον Βασίλειο Κυνηγό -ηγούμενο της Μονής- ο οποίος πιστεύεται ότι σχετιζότανε με τους Λομπάρδας φιλοσόφους της Μονής του Φιλοσόφου της Δημητσάνας Αρκαδίας και αναφέρεται σε επιγραφή του 1205, σαν μοναχός φιλόσοφος. Αυτός αφιέρωσε τη Μονή του Υμηττού στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο κατά μίμηση της αρκαδικής μονής. Στις αρχές του 13ου αιώνα ήλθε στη Μονή ο ανεψιός του Βασιλείου, Λουκάς ο Κυνηγός, που τον διαδέχθηκε. Σε επιτύμβια επιγραφή του 1235 αναφέρονται οι μοναχοί Λουκάς και Φιλόσοφος, που απέθαναν συγχρόνως, σαν κτήτορες της Μονής. Από αυτούς, Βασίλειο και Λουκά, θα πήρε η Μονή την επωνυμία «Κυνηγός», όπως και την επωνυμία «των Φιλοσόφων». Πιθανόν όμως την επωνυμία «των Φιλοσόφων», να την πήρε αργότερα η Μονή, όταν εγκαταστάθηκαν σε αυτήν μοναχοί από τη Μονή Φιλοσόφων στην Αρκαδία, από όπου είχαν εκδιωχθεί από τους Φράγκους. Τον Λουκά τον Κυνηγό, διαδέχτηκε ο μοναχός Νεόφυτος, γνωστός από το κιόνιο του Νεοφύτου, ένα μαρμάρινο κορμό που βρίσκεται στο Σταυρό, στο ναό της Αγίας Θέκλας και φέρει επιγραφή του 1238. Το κιόνιο χρησιμοποιείτο σαν οδόσημο, ενώ ο Νεόφυτος πιστεύεται ότι κατασκεύασε το δρόμο που συνέδεε την πεδιάδα των Αθηνών με την πεδιάδα των Μεσογείων.

Η Ιερά Μονή του Κυνηγού – των Φιλοσόφων, διατηρήθηκε σε ακμή αιώνες, όπως μαρτυρούν τα μετόχια της : Η Αγία Θέκλα στο Σταυρό, Το παλαιό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, ο Άγιος Νικόλαος Λεονταρίου στην Κάντζα, Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (ερείπια) στον Γέρακα και ο Άγιος Νικόλαος Φθισιατρείου στην Πλατεία Ρηγίλλης.

Μετά την απελευθέρωση η Μονή διαλύθηκε από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών, που διέλυσε 412 από τα 500 μοναστήρια. Το 1837 εκποιήθηκε η μεγάλη περιουσία της και η Μονή ερήμωσε. Σε χάρτη του 1881 των E. Curtius και J. Kaupert, προσδιορίζεται η Μονή του Αγίου Ιωάννου Κυνηγού ως «εγκαταλελειμμένη μονή». Έκτοτε έγιναν κάποιες απόπειρες επανίδρυσης (το 1943 σαν μετόχι της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος και το 1969 σα μετόχι της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Κλειστών) και το 1975 ανασυστάθηκε σαν γυναικεία Κοινοβιακή Μονή.

Η Μονή παλιότερα λογιζότανε στην ευρύτερη περιοχή της Παιανίας και ήταν πολύ λαοφιλής στους κατοίκους, όπως φαίνεται και από απόσπασμα που παραθέτουμε, από το βιβλίο «Ιστορία της Παιανίας», του Γεωργίου Χατζησωτηρίου (3) : «Τρεις είναι οι μεγάλες χριστιανικές εορτές των κατοίκων της Παιανίας, που κληρονομήθηκαν από γενιά σε γενιά επί αιώνες για να τιμήσουν την μνήμη των αγίων. Του Αγίου Αθανασίου (2 Μαΐου), της Παλαιοπαναγιάς (15 Αυγούστου) και του Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού (29 Αυγούστου). Κατά σύμπτωση, οι εκκλησίες τους είναι οι αρχαιότερες της περιοχής και μάλιστα ήταν μονές στο παρελθόν. Στις γιορτές αυτές οι χωρικοί έδιναν θρησκευτικό και πανηγυρικό χαρακτήρα. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι γιορτές έχασαν την υφή, τη λαμπρότητα και το χρώμα τους.

Στις παλαιότερες εποχές, από τις 20 Αυγούστου, οι προεστοί του χωριού αρχικά, οι πρόεδροι της Κοινότητας αργότερα, μαζί με τους επιτρόπους, βρίσκονταν σε ζωηρή κίνηση. Μάζευαν τους κατοίκους, που πρόθυμα και εθελοντικά είχαν προσφερθεί, κι επισκεύαζαν με τις αξίνες και τα τσαπιά τον χωματόδρομο, που οδηγούσε από τη γέφυρα των Άσπρων Χωμάτων στην εκκλησία. Την παραμονή της γιορτής άλλοι πετούσαν τις πέτρες, άλλοι με φτυάρια γέμιζαν τις λακκούβες, άλλοι σκούπιζαν τον δρόμο με πρόχειρες σκούπες - φρύγανα κι άλλοι τον κατάβρεχαν με νερό που κουβαλούσαν τα κάρα. Ό δρόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που οδηγούσε στη μονή. Ο δυτικός, από την Αγία Παρασκευή ήταν, μέχρι του 1936 τουλάχιστον, μονοπάτι.

Από το μεσημέρι της παραμονής, ο δημόσιος δρόμος του Σταυρού-Λιόπεσι παρουσίαζε ασυνήθιστη κίνηση. Πυκνές ομάδες προσκυνητών ή μοναχικές γριούλες, με τα παπούτσια στο χέρι, πορεύονταν πεζοί τον χωματόδρομο (ο δρόμος ασφαλτοστρώθηκε το 1926) συνήθως αμίλητοι, νηστικοί, με ένα κεράκι στο χέρι. Ήταν το τάμα. Μαζί με τους πεζούς, ένα πλήθος γαϊδουράκια με τους επιβάτες καθώς και κάρα με οικογένειες, πεθερικά με τις νύφες τους -- αρραβωνιασμένες ή παντρεμένες - και με το γιο τους για οδηγό πήγαιναν, από νωρίς τ' απόγιομα, στην εκκλησία. Μετά τον εσπερινό και την ακολουθία, που παρατεινόταν με κατάνυξη μέχρι τα μεσάνυχτα, το πλήθος των εκκλησιαζόμενων συνέχιζε την αυστηρή του νηστεία.Λίγο ψωμί, ελιές νερό, και ύστερα οι μεν γεροντότεροι πήγαιναν για ύπνο. Οι δε νεότεροι χόρευαν με νταούλια και πίπιζες. . .  Και μόλις ρόδιζε ή αυγή, το σήμαντρο καλούσε πάλι τους πιστούς. Μετά την απόλυση, φαγητό και ύπνος. Το απόγευμα συνεχιζόταν το πρόγραμμα της προηγούμενης μέρας. Με ευκοσμία και με ευλάβεια. Με κατάνυξη και με χαρά, με χορό και με τραγούδια, αυτό ήταν το πανηγύρι του Άη Γιάννη του Κυνηγού» (3).


_______________
Βιβλιογραφία:
  1. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Κυνηγού – Των Φιλοσόφων, Έκδοση Ιεράς Μονής.
  2. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - Βυζαντινά μνημεία.
  3. «Ιστορία της Παιανίας και των ανατολικά του Υμηττού περιοχών», εκδ. 1973, του ιατρού Γεωργίου Δ. Χατζησωτηρίου
  4. Ανασκαφή στο ναό της Αγίας Θέκλας ……
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ ΓΛΥΚΩΝ ΝΕΡΩΝ










Σάββατο 22 Αυγούστου 2020

Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη

Η Μονή της Χώρας, γνωστή σήμερα ως Καριγιέ Τζαμί (τουρκ. Kariye Camii ή Kariye Müzesi), υπήρξε ελληνικό χριστιανικό μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη που μετατράπηκε από τους Οθωμανούς σε τζαμί κατά το 16ο αιώνα. Από το 1958 λειτουργεί ως μουσείο, ωστόσο μετά την απόφαση του τουρκικού Ανώτατου Δικαστηρίου το 2019 και την έκδοση ΦΕΚ στις 21 Αυγούστου 2020, μετατράπηκε σε τέμενος. Η μονή χτίστηκε στη θέση της σημερινής συνοικίας Εντιρνέ Καπού, νότια του Κεράτιου κόλπου και σε κοντινή απόσταση από τα Θεοδοσιανά τείχη. Το μνημείο σήμερα είναι γνωστό με το όνομα Μουσείο Χώρας. Ο κύριος ναός δεν είναι επισκέψιμος αφού βρίσκεται σε διαδικασία αποκατάστασης . Επίσης το εξωτερικό του ναού είναι καλυμμένο για εργασίες αναστήλωσης (Μάιος 2017) 


«Χωρίον» ή «Χώρα» έλεγαν οι Βυζαντινοί την έξω των χερσαίων τειχών πεδινή γη και η ονομασία της μονής οφείλεται μάλλον στην ύπαρξη παλαιότερου ναού έξω από τα τείχη του Κωνσταντίνου Α'. Όταν ο Θεοδόσιος Β΄ έχτισε τα νέα τείχη της Κωνσταντινούπολης, η μονή διατήρησε τον παραδοσιακό προσδιορισμό «εν τη Χώρα», παρά το γεγονός πως ανήκε στον περίβολο των οχυρώσεων.  

Επάνω από την μεγάλη θύρα από την οποία εισερχόταν εκ του εσωνάρθηκα στο ναό, βρίσκεται η εικόνα του Θεοδώρου του Μετοχίτη, στο ψηφιδωτό που δείχνει τον Μετοχίτη να προσφέρει στον ένθρονο Σωτήρα Χριστό ομοίωμα του ναού. Ο ναός είχε δύο νάρθηκες τους οποίους κοσμούσαν μωσαϊκά και τοιχογραφίες του Θεόδωρου Μετοχίτη. Τα ψηφιδωτά τού εξωνάρθηκα είναι έξι ημικύκλια που απεικονίζουν τον Χριστό να θεραπεύει ποικίλες ασθένειες. Επίσης πάμπολλες εικόνες διακοσμούν τους τρούλους και τους τοίχους. Οι εικόνες είναι από τις ωραιότερες Βυζαντινές. Τα χρώματα είναι έντονα, οι αναλογίες των μελών αρμονικές και η έκφραση των προσώπων φυσική. Ο μεσαίος τρούλος έχει μία ρωγμή που τον διασχίζει. Στο εσωτερικό του ναού διασώζονται διάφορα μάρμαρα αρμονικής συναρμογής. Οι Οθωμανοί έχουν καλύψει μερικές επιφάνειες με ασβέστη. 


Η πρώιμη ιστορία της μονής δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Η παράδοση που τη συνοδεύει τοποθετεί την ίδρυσή της τον 6ο αιώνα από τον άγιο Θεόδωρο, ενώ έχει αποδοθεί και στον Κρίσπο, γαμπρό του αυτοκράτορα Φωκά (7ος αι.). Σήμερα έχει αποδειχθεί πως ο ναός χτίστηκε το διάστημα 1077-81 από την πεθερά τού Αλεξίου Α΄ Κομνηνού Μαρία Δούκαινα, στη θέση παλαιότερων κτισμάτων που χρονολογούνται τον 6ο και 9ο αιώνα. Υπέστη σοβαρή φθορά, πιθανώς εξαιτίας σεισμού, και επισκευάστηκε το 1120 από τον Ισαάκιο Κομνηνό. Ο Θεόδωρος Μετοχίτης συνέβαλε στην ανακαίνισή της (1316-21) και ήταν υπεύθυνος για την προσθήκη του εξωνάρθηκα, του νότιου παρεκκλησίου, καθώς και για το διάκοσμο του ναού που περιλάμβανε αξιόλογα ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Επιπλέον, κληροδότησε στη μονή σημαντική περιουσία, χτίζοντας παράλληλα νοσοκομείο και δωρίζοντας σε αυτή την αξιόλογη συλλογή βιβλίων του, με αποτέλεσμα να προσελκύσει αργότερα σημαντικούς λογίους. Η μονή μετατράπηκε σε οθωμανικό τέμενος με εντολή του μεγάλου βεζίρη του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512) και έγινε γνωστό ως Καριγιέ Τζαμί. Σημαντικό μέρος της διακόσμησης του ναού καταστράφηκε. Το 1948 τέθηκε σε εφαρμογή πρόγραμμα αναστήλωσης του μνημείου και από το 1958 λειτουργεί ως μουσειακός χώρος.  

Ο Συμεών μας αναφέρει διηγούμενος το μαρτύριο τού Αγίου Βαβύλα, που αποκεφαλίστηκε στην Νικομήδεια το έτος 298 επί βασιλείας του Μαξιμιανού: «ελθόντες δια νυκτός έβαλαν τα λείψανα των Αγίων μέσα εις έν μικρόν πλοίον, και τα επήγαν εις τήν Κωνσταντινούπολην ... τα ενταφίασαν έξω του τείχους της πόλεως κατά το βόριον μέρος, όπου είναι μοναστήριον, Χώρα ονομαζόμενον». Στην μονή αυτή επίσης διέμεινε τα τελευταία του χρόνια ο πατρίκιος Θεόδωρος Μετοχίτης όπου πέθανε και ετάφη τον Μάρτιο του 1332. Η μονή συλήθηκε από τους Οθωμανούς κατά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. 

Στην Κωνσταντινούπολη των Βυζαντινών βασιλέων εκτελούντο δύο επίσημες λιτανείες. Η μία λιτανεία γινόταν γύρω στις 28 Ιουλίου με την έξοδο του σταυρού από τα ανάκτορα και περιφερόταν σε όλες τις εκκλησίες, αγυιές και οικίες μέχρι την επιστροφή του στο παλάτι την 14η Αυγούστου. Η λιτανεία αυτή είχε σκοπό να φυλάξει ο Θεός τους πιστούς από τα ολέθρια νοσήματα. 

Η δεύτερη λιτανεία γινόταν με την περιφορά τής εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, και την οποία στον καιρό της πολιορκίας την περιέφεραν στα τείχη για να εμψυχώνουν τους πολιορκημένους. Η εικόνα έμενε στο παλάτι καθόλη την διάρκεια της μεγάλης νηστείας του Πάσχα. Την Δευτέρα της Διακαινησίμου «μετὰ τῶν ἐν τέλει» (επισήμων), προέπεμπε αυτήν ο βασιλεύς, «μέχρι καὶ τῶν Ὑψηλών ἐκτός». Μετά την λιτανεία, η εικόνα κατετίθετο στην σεβάσμια μονή της Χώρας εις κοινή απάντων προσκύνηση. Οι Οθωμανοί, κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εισέβαλαν και στη Μονή της Χώρας, άρπαξαν την εικόνα της Οδηγήτρας και την κατατεμάχισαν. 

wikipedia.org

Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Μονή Θεοτόκου Κηπίνας

Ιερός και επιβλητικός χώρος, άγρια ομορφιά, περίτεχνη δόμηση. Το εντυπωσιακό μοναστήρι με την ιδιότυπη αρχιτεκτονική βρίσκεται κοντά στον οικισμό Κηπίνας, στο δρόμο Κηπίνας – Καλαρρυτών. Είναι χτισμένο στο μέσο σχεδόν ενός τεράστιου βράχου στη ΒΑ πλευρά του άγριου φαραγγιού του Καλαρρύτικου ποταμού και προκαλεί θαυμασμό η θεμελίωση πάνω από κατακόρυφους βράχους. Η μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πανηγυρίζει όμως την Παρασκευή της Διακαινησίμου, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής.
Η πρόσβαση στο μοναστήρι γίνεται από ένα μικρό μονοπάτι, λαξευμένο στο βράχο, και συνεχίζει με μικρή κρεμαστή ξύλινη γέφυρα, που οδηγεί στα προσκτίσματα της μονής. Κατά την τουρκοκρατία η ξύλινη γέφυρα ήταν κινητή και οι μοναχοί την ανέβαζαν με μοχλό, έτσι ώστε το μοναστήρι να καθίσταται απροσπέλαστο στους επίδοξους επιδρομείς, καθώς δημιουργείται κενό 4 μέτρων στο γκρεμό όταν σηκώνεται.
Η ονομασία «Κηπίνα» οφείλεται, κατά μία εκδοχή, στους κήπους που καλλιεργούσαν οι μοναχοί, σε μια περιοχή κατεξοχήν απότομη και βραχώδη. Το όνομα, σύμφωνα με γλωσσολόγους, προέρχεται μάλλον από το σλάβικο Κίπ, που σημαίνει εικόνα ή ζωγραφιά και την κατάληξη –ίνα. Το όνομα αυτό πήρε αργότερα και ο γειτονικός οικισμός Αρμπορέσι.
Η παράδοση θέλει τη μονή με την παράτολμη κατασκευή να χτίστηκε γύρω στον 18ο αιώνα, αλλά θεωρείται ότι έχει τις ρίζες της στη βυζαντινή εποχή. Κατά τον Σεραφείμ Βυζάντιο το μοναστήρι χτίστηκε το 1212 από τον επίσκοπο Γρηγόριο, όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Το καθολικό της μονής βρίσκεται στον λαξεμένο βράχο και είναι μια μικρή μονόκλιτη βασιλική με τρούλο. Η οροφή του ναού σμιλεύθηκε και μεταβλήθηκε σε θόλο. Στο κοίλωμα του βράχου χτίστηκαν σε δύο επίπεδα το ισόγειο με χώρο υποδοχής και το χειμωνιάτικο, όπου υπάρχει ξύλινο ντουλάπι – πόρτα που οδηγεί σε κρύπτες. Στον όροφο, τα κελιά των μοναχών και το αρχονταρίκι, προσφέρουν μοναδική θέα προς τον οικισμό και το ποτάμι. Τα κελιά του μοναστηριού διαμορφωμένα με διάφορες ξύλινες επεκτάσεις στον κατακόρυφο βράχο δημιουργούν ένα ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα απόλυτα εναρμονισμένο στο άγριο τοπίο της περιοχής.
 Στο εσωτερικό της είναι διακοσμημένη με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες που χρονολογούνται στα τέλη του 17ου με αρχές του 18ου αι. Διακρίνονται για το ενδιαφέρον εικονογραφικό πρόγραμμα με τις ωραίες παραστάσεις και τους ποικίλους χρωματισμούς. Χωρίζονται σε 3 ζώνες και απεικονίζουν αντίστοιχα τους αγίους, τα στηθάρια των αγίων και σκηνές από το Ευαγγέλιο. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο και χρονολογείται την ίδια εποχή.
Η ιδιαιτερότητα της μονής είναι ότι από τη βόρεια είσοδο του πρόναου αρχίζει η είσοδος ενός σπηλαίου (μη επισκέψιμο) με διαδρομή μήκους 240μ. και μέγιστο ύψος 9 μ. το οποίο έχει εξερευνηθεί το 1956 και το 1993 από την Άννα Πετρόχειλου και τον Στέφανο Νικολαϊδη, μέλη του Σπηλαιολογικού Ελληνικού Εξερευνητικού Ομίλου. 
Το σπήλαιο ήταν κάποτε κοίτη υπόγειου ποταμού, γι’ αυτό και στους πρόποδες του βράχου όπου βρίσκεται το μοναστήρι βγαίνει άφθονο νερό. Η σπηλιά αυτή την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής αντίστασης αποτέλεσε κρησφύγετο των υπόδουλων Ελλήνων και των αντιστασιακών. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σύμφωνα με την παράδοση, στη μονή λειτουργούσε κρυφό σχολειό, ενώ η σπηλιά που βρίσκεται στον βράχο χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο από τους κατοίκους της περιοχής.
Η Ιερά Μονή Θεοτόκου Κηπίνας σήμερα είναι μετόχι της Ιεράς Μονής Τσούκας (1931) και ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων. Ανακαινίστηκε σχετικά πρόσφατα και μπορούν να την επισκεφθούν προσκυνητές.  Αν ο ιερέας Λάμπρος δεν βρίσκεται εκεί, μπορείτε να ζητήσετε τα κλειδιά για να επισκεφθείτε τη μονή από το καφενείο στον συνοικισμό Κηπίνα (τηλέφωνο: 26590 61186).